12 Ιουλίου : Ἡ Ἁγία Βερονίκη

Ἡ Ἁγία Βερονίκη, ἔζησε καὶ ἔδρασε γιὰ τὴν χριστιανικὴ πίστη στὴν πόλη Πανεάδα. Ἀξιώθηκε μάλιστα νὰ συναντήσει τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος τὴν θεράπευσε ἀπὸ τὴν βασανιστικὴ αἱμορραγία ποὺ εἶχε. Γιὰ νὰ τιμήσει καὶ νὰ εὐχαριστήσει λοιπὸν τὸν Κύριο, ἔκανε ἕναν ἀνδριάντα τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ τὸν τιμοῦν καὶ προσκυνοῦν οἱ πιστοί.

Μετὰ ἔγινε μέλος τῆς πρώτης Ἐκκλησίας καὶ ἀπεβίωσε σὲ βαθιὰ γεράματα.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Εὑροῦσα τὴν ἴασην, παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, αὐτὸν ἐθεράπευσας, δι’ ἐναρέτου ζωῆς, καὶ βίου σεμνότητος· ὅθεν τῆς οὐρανίου, μετασχοῦσα εὐκλείας, πρέσβευε τῷ Κυρίῳ, Βερονίκη Ἁγία, ὑπὲρ τῶν εὐφημούντων, τὰ σὰ προτερήματα.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῷ Χριστῷ προσέδραμες, θερμῇ τῇ πίστει, καὶ τυχοῦσα πάνσεμνε, τῆς θεραπείας παρ’ αὐτοῦ, δι’ ἀρετῆς κατηξίωσαι, ὦ Βερονίκη τῆς ἄνω λαμπρότητος.

Μεγαλυνάριον.
Χάριτος τυχοῦσα παρὰ Χριστοῦ, βίον Βερονίκη, ἐβιώσω θεοφιλῆ, οὗπερ ἐν ταῖς τρίβοις, ὀδήγει ταῖς λιταῖς σου, τοὺς τῇ θερμῇ πρεσβείᾳ σου καταφεύγοντας.

ΕΥΧΗ ΔΙΑ ΤΟΝ ΚΟΡΩΝΟΪΟΝ

Ποίημα Μητροπολίτου Ἐδέσσης ΙΩΗΛ

Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἀρχίατρος τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ὁ δι᾽ ἡμᾶς ἐνανθρωπήσας, ἵνα ἰάσῃς τὸ μέγα τραῦμα τὸν ἄνθρωπον, ὁ μὴ καταφρονήσας τοὺς ἀνιάτως νοσήσαντας δέκα λεπρούς, ἀλλὰ τῇ σωστικῇ χάριτί σου καθαρίσας αὐτούς, ὁ διελθὼν ὡς Θεάνθρωπος τὰς ἡμέρας τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας σου εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς ἀρρωστοῦντας καὶ κακῶς ἔχοντας, ὁ εὐεργετήσας καὶ ἀποκαταστήσας ὑγιαίνοντας, παραλυτικούς, τυφλούς, βαρέως ἡμαρτηκότας, δαιμονιῶντας καὶ ἐμπαθεῖς κατ᾽ ἄμφω, ἤγουν ἐν τῇ σαρκὶ καὶ τῷ νοΐ, πρόσδεξαι εὐμενῶς τὴν δέησιν ἡμῶν καὶ φυγάδευσον τῇ δυνάμει σου, τὸν φονευτὴν ἰὸν τὸν σχῆμα κορώνας φέροντα, καὶ προκαλοῦντα φοβίας ἢ καὶ θάνατον εἰς ἀσθενεῖς καὶ ἀναξιοπαθοῦντας.

Καὶ εἰ μὲν διὰ τὰς πολλὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἐπέτρεψας τὸν πειρασμὸν τοῦτον, ἱκετεύομέν σοι ὡς ἐλεῆμον, ἵνα ἄρῃς αὐτὸν ἀφ’ ἡμῶν καὶ ἀπὸ πάσης τῆς οἰκουμένης.

Εἰ δὲ διὰ δοκιμασίαν τῆς πίστεως ᾠκονόμησας, τὴν ἐπικράτησιν αὐτοῦ, παῦσον τὸν τάραχον τῶν ἀσθενῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδημίας αὐτοῦ.

Εἰ δὲ ὑπὸ τῆς κακουργίας τοῦ ἀντικειμένου ἢ καὶ ἀμελείας τῶν ἐπιπολαίων ἀνθρώπων οὗτος διεδόθη, θραῦσον τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ ὡς Θεὸς παντοδύναμος.

Φύλαξον τὴν νεότητα, καὶ περιφρούρησον τοὺς ἀσθενήσαντας, καὶ τοὺς ἐν γήρατι ὄντας ἐκ τοῦ ἐπαράτου ἰοῦ θεράπευσον, καὶ πάντας ἀπάλλαξον ἐκ τῆς συνοχῆς τῆς καρδίας, καὶ ἀντὶ ταύτης δώρησαι ἡμῖν, ὑγιείαν ἄνεσιν καὶ πλατισμόν, πρεσβείαις τῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ πάντων σου τῶν ἁγίων. Ἀμήν.

Πρέπει οι χριστιανοί να φυλάγουν καλά την εκκλησιαστική παράδοση και αυτό που συνηθίζεται μέσα στην Εκκλησία

Είναι ανάγκη να φυλάττεις όλα ανεξαιρέτως, και πάνω από όλα τα της πίστεως.Διότι αν παρεκκλίνεις έστω και λίγο, αμαρτάνεις θανάσιμη αμαρτία..Και αυτά που εψηφίσθησαν στις Οικουμενικές και κοινές Συνόδους πρέπει όλοι να τα φυλάττουν.

Και αυτά που είτε κάποιος από τους Αγίους Πατέρες ιδιωτικώς συνέγραψε είτε κάποια Τοπική Σύνοδος εθέσπισε, όσοι τα φύλαττουν έχουν ορθή κρίση.Αυτοί όμως που δεν τα παραδέχονται, είναι επικίνδυνη για αυτούς η παράβλεψη.
Να μην εγκαταλείψουμε την τάξη των Πατέρων μας, την οποία μας παρέδωσαν να την κατέχουμε οι πρόγονοί μας με όσα έπραξαν…
Πρέπει να φυλάξουμε εκείνα που όρισαν οι Άγιοι Πατέρες μας ,και είναι δίκαιο και θεάρεστο να υπακούμε τα παιδιά στους Αγίους Πατέρες μας, και για όσα δεν υπάρχει γραπτός νόμος πρέπει οι χριστιανοί να φυλάγουν καλά την εκκλησιαστική παράδοση και αυτό που συνηθίζεται μέσα στην Εκκλησία.

Ιερός Φώτιος

Βαρύ και φοβερόν διαστρέψαι λόγον Θεού ημών.Είναι βαρύ και φοβερό να διαστρέφει κάνεις τον λόγο του ζωντανού Θεού ,του Κυρίου του Θεού μας.Απόφυγε το μικρόβιο της κακίας, μίσησε τα δηλητηριώδη φάρμακα και κράτησέ με μεγάλη προσοχή την κληρονομιά που έλαβες από τους Πατέρες δηλαδή την πίστη και τη διδασκαλία που πηγάζει από τις θείες Γραφές.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

 

11 Ιουλίου : Ἡ Ἁγία Ὄλγα ἡ Ἰσαπόστολος ἡ βασίλισσα

Ἡ Ἁγία αὐτὴ ἦταν βασίλισσα τῆς Ρωσίας καὶ διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος μετονομάσθηκε Ἑλένη, τὸ ἔτος 957.

Δύσκολα μπορεῖ νὰ περιγράψει κανεὶς τὶς ἄοκνες προσπάθειές της γιὰ τὴ χριστιανικὴ διαφώτιση τοῦ Ρώσικου λαοῦ. Ἔκανε τὰ πάντα γιὰ νὰ γνωρίσουν οἱ Ρώσοι τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Ἁγία αὐτή, ὅταν ᾖλθε μὲ τὴν ἀκολουθία της κάποτε στὸ Βυζάντιο, ἔτυχε θερμῆς ὑποδοχῆς γιὰ τοὺς ἀγῶνες της ὑπὲρ τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Πάνω στὸν ἀγῶνα αὐτό, παρέδωσε τὴν τελευταία της πνοὴ τὴν 11η Ἰουλίου 969.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὸ φέγγος τῆς πίστεως, εἰσδεδεγμένη λαμπρῶς, πρὸς γνῶσιν σωτήριον, τὸν σὸν λαὸν ἀσφαλῶς, ὡδήγησας ἔνδοξε. Ὅθεν ὡς ἀπαρχήν σε, τῷ σῷ ἔθνει ἁγίαν, μέλπομεν εὐσέβειας, Ἰσαπόστολε Ὄλγα· Χριστὸς γὰρ ὃν ἠγάπησας, ἀξίως σε ἐδόξασε.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Έπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἠὼς πολύφωτος, τῆς εὐσεβείας, τῷ σῷ ἔθνει δέδειξε, Ὄλγα θεόφρον βασιλίς, Εὐαγγελίου τὴν ἔλλαμψιν, ἐν τῇ ψυχῇ σου δεχθεῖσαι πανεύφημε.

Θαῦμα Ἁγίας Εὐφημίας τῆς Μεγαλομάρτυρος

Ἦταν χριστιανὴ παρθένος, ποὺ μὲ τὸ αἷμά της σφράγισε τὴν πίστη της στὸν Χριστὸ καὶ μὲ τὴν αὐταπάρνησή της καταντρόπιασε τοὺς ἰσχυροὺς εἰδωλολάτρες αὐτοκράτορες.

Ἡ Εὐφημία καταγόταν ἀπὸ τὴ Χαλκηδόνα καὶ οἱ γονεῖς της ὀνομάζονταν Φιλόφρων καὶ Θεοδοσιανή. Μόρφωσαν τὴν κόρη τους σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Εὐφημία ἀπὸ πολὺ νωρὶς διακρίθηκε γιὰ τὸν ἅγιο ζῆλο της, τὸ σεμνὸ ἦθος καὶ τὴ φιλανθρωπία της. Ἦταν ὡραῖα στὸ σῶμα, καὶ πολλοὶ εἰδωλολάτρες νέοι περίμεναν ἔστω ἕνα ἐνθαρρυντικὸ χαμόγελό της. Ἀλλὰ ἡ σεμνὴ παρθένος διατηροῦσε ἀκηλίδωτη τὴν ἁγνότητά της καὶ εἶχε ἀφοσιωμένη τὴν καρδιά της στὸν Θεό, στὴν περιποίηση τῶν ἀσθενῶν καὶ τῶν ἀπροστάτευτων ὀρφανῶν.

Ὅταν ἐπὶ Διοκλητιανοὺ διατάχθηκε σκληρὸς διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, ἡ Εὐφημία συνελήφθη καὶ ὁμολόγησε ὅτι εἶναι χριστιανή. Τότε ὁ κριτής, ὑπολογίζοντας στὴν ἀδύνατη γυναικεία φύση της, τὴν καταδίκασε σὲ θάνατο μὲ βασανιστήρια. Ὅμως ἡ Εὐφημία ἀναδείχθηκε πολὺ ἰσχυρότερη τῶν βασανιστῶν της καὶ ὑπέμεινε τὰ βασανιστήρια μὲ θαυμαστὴ καρτερία. Στὸ τέλος τὴν ἔριξαν τροφὴ στὰ θηρία.

Δίδαξε ἔτσι μὲ τὸ παράδειγμά της, πὼς μπορεῖ οἱ χριστιανοὶ νὰ φαίνονται στὸν κόσμο ἀδύνατοι, ἀλλὰ «τὰ ἀσθενῆ του κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἶνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά». Δηλαδή, τοὺς κατὰ κόσμον ἀδυνάτους ἐξέλεξε ὁ Θεός, γιὰ νὰ καταντροπιάσει ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἰσχυρὴ κοσμικὴ ἐπιρροή.

Ὅμως, αὐτὴν τὴν ἡμέρα, γίνεται ἀνάμνηση τοῦ θαύματος ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὴν Ἁγία Εὐφημία, ὅταν, κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μαρκιανοῦ καὶ τῆς Πουλχερίας, συντάχθηκαν δυὸ τόμοι ποὺ περιεῖχαν τὸν ὅρο τῆς Συνόδου, ποὺ ἔγινε στὴ Χαλκηδόνα (451) καὶ ἦταν ἕνας τῶν ὀρθοδόξων καὶ ἕνας τῶν Μονοφυσιτῶν. Γιὰ νὰ πάψει λοιπὸν ἡ ἔριδα μεταξὺ τῶν δυὸ πλευρῶν, ἀποφασίστηκε νὰ τεθοῦν καὶ οἱ δυὸ τόμοι μέσα στὴ λάρνακα τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, γιὰ νὰ φανεῖ ποιὸν ἀπὸ τοὺς δυὸ θὰ δεχθεῖ ἡ Ἁγία. Μετὰ τὴν ἀποσφράγιση τῆς λάρνακας, βρέθηκε ὁ μὲν τῶν αἱρετικῶν τόμος στὰ πόδια τῆς Ἁγίας πεταμένος, ὁ δὲ τῶν ὀρθοδόξων στὸ στῆθος της.
(Νὰ σημειώσουμε ὅτι ἡ κυρίως μνήμη τοῦ μαρτυρίου τῆς Ἁγίας Εὐφημίας τελεῖται στὶς 16 Σεπτεμβρίου).

 

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Λίαν εὔφρανας, τοὺς Ὀρθοδόξους, καὶ κατῄσχυνας, τοὺς κακοδόξους, Εὐφημία Χριστοῦ καλλιπάρθενε· τῆς γὰρ Τετάρτης Συνόδου ἐκύρωσας, ἃ οἱ Πατέρες καλῶς ἐδογμάτισαν. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

ΕΥΧΗ ΔΙΑ ΤΟΝ ΚΟΡΩΝΟΪΟΝ

Ποίημα Μητροπολίτου Ἐδέσσης ΙΩΗΛ

Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἀρχίατρος τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ὁ δι᾽ ἡμᾶς ἐνανθρωπήσας, ἵνα ἰάσῃς τὸ μέγα τραῦμα τὸν ἄνθρωπον, ὁ μὴ καταφρονήσας τοὺς ἀνιάτως νοσήσαντας δέκα λεπρούς, ἀλλὰ τῇ σωστικῇ χάριτί σου καθαρίσας αὐτούς, ὁ διελθὼν ὡς Θεάνθρωπος τὰς ἡμέρας τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας σου εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς ἀρρωστοῦντας καὶ κακῶς ἔχοντας, ὁ εὐεργετήσας καὶ ἀποκαταστήσας ὑγιαίνοντας, παραλυτικούς, τυφλούς, βαρέως ἡμαρτηκότας, δαιμονιῶντας καὶ ἐμπαθεῖς κατ᾽ ἄμφω, ἤγουν ἐν τῇ σαρκὶ καὶ τῷ νοΐ, πρόσδεξαι εὐμενῶς τὴν δέησιν ἡμῶν καὶ φυγάδευσον τῇ δυνάμει σου, τὸν φονευτὴν ἰὸν τὸν σχῆμα κορώνας φέροντα, καὶ προκαλοῦντα φοβίας ἢ καὶ θάνατον εἰς ἀσθενεῖς καὶ ἀναξιοπαθοῦντας.

Καὶ εἰ μὲν διὰ τὰς πολλὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἐπέτρεψας τὸν πειρασμὸν τοῦτον, ἱκετεύομέν σοι ὡς ἐλεῆμον, ἵνα ἄρῃς αὐτὸν ἀφ’ ἡμῶν καὶ ἀπὸ πάσης τῆς οἰκουμένης.

Εἰ δὲ διὰ δοκιμασίαν τῆς πίστεως ᾠκονόμησας, τὴν ἐπικράτησιν αὐτοῦ, παῦσον τὸν τάραχον τῶν ἀσθενῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδημίας αὐτοῦ.

Εἰ δὲ ὑπὸ τῆς κακουργίας τοῦ ἀντικειμένου ἢ καὶ ἀμελείας τῶν ἐπιπολαίων ἀνθρώπων οὗτος διεδόθη, θραῦσον τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ ὡς Θεὸς παντοδύναμος.

Φύλαξον τὴν νεότητα, καὶ περιφρούρησον τοὺς ἀσθενήσαντας, καὶ τοὺς ἐν γήρατι ὄντας ἐκ τοῦ ἐπαράτου ἰοῦ θεράπευσον, καὶ πάντας ἀπάλλαξον ἐκ τῆς συνοχῆς τῆς καρδίας, καὶ ἀντὶ ταύτης δώρησαι ἡμῖν, ὑγιείαν ἄνεσιν καὶ πλατισμόν, πρεσβείαις τῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ πάντων σου τῶν ἁγίων. Ἀμήν.

10 Ιουλίου : Οἱ Ἅγιοι 45 Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴ Νικόπολη τῆς Ἀρμενίας

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μαρτύρησαν στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Λικίνιος. Κορυφαῖοι ἀπ’ αὐτοὺς ἦταν ὁ Λεόντιος, ὁ Μαυρίκιος, ὁ Δανιὴλ καὶ ὁ Ἀντώνιος. Ὅταν ὁ Λικίνιος ἐξέδωσε διάταγμα κατὰ τῶν χριστιανῶν, μόνοι τους ᾖλθαν στὸν δοῦκα καὶ φανέρωσαν ὅτι εἶναι χριστιανοί. Σὲ ἐρώτηση τοῦ Λυσία, ποιὸς τοὺς ἔπεισε νὰ μὴ θυσιάζουν στοὺς θεούς, αὐτοὶ ἀπάντησαν: « Χριστὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μᾶς δίδαξε καὶ μᾶς ἔπεισε νὰ μὴ λατρεύουμε θεοὺς ἀνύπαρκτουςκαὶ νὰ μὴ προσκυνοῦμε τὰ εἴδωλά τους».

Ὀργισμένος ὁ δοῦκας, διέταξε καὶ τοὺς φυλάκισαν δεμένους χειροπόδαρα, χωρὶς νὰ τοὺς δίδεται καθόλου ψωμὶ καὶ νερό. Οἱ Ἅγιοι πέρασαν τὴ νύκτα προσευχόμενοι. Μεταξὺ ἄλλων, ἔλεγαν: «Εὐλογοῦμε, Κύριε, ἐσένα, τὸ βασιλιὰ τῆς δόξας. Διότι σὺ εἶσαι ἀληθινὴ ζωή, ποὺ θυσιάστηκες γιὰ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς, Υἱὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἕνωσέ μας, Κύριε, ὥστε ὅλοι μαζὶ μὲ μιὰ ψυχὴ νὰ σὲ ὁμολογήσουμε καὶ ὅλοι μαζὶ νὰ πεθάνουμε».

Τὸ πρωὶ ὁ Λυσίας, ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὴ φυλακή, τοὺς ρώτησε ἂν μετάνιωσαν καὶ ἐπανῆλθαν στοὺς θεοὺς τοῦ κράτους. Οἱ Ἅγιοι μὲ ἕνα στόμα ἀπάντησαν: «χριστιανοὶ ἐσμέν». Εἴμαστε χριστιανοί. Μὲ μανία τότε ὁ Λυσίας διέταξε καὶ τοὺς ἔκοψαν χέρια καὶ πόδια, καὶ ἔπειτα τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιά.
Ἔτσι, ὅλοι μαζὶ ἀξιώθηκαν νὰ πάρουν τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἦταν καὶ οἱ πρόκριτοι τῆς πόλεως Δανιήλ, Μαυρίκιος, Ἀντώνιος καὶ Λεόντιος.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Στρατὸς θεοσύλεκτος, παρεμβολὴ ἱερά, νομίμως ἀθλήσαντες ὑπὲρ τῆς δόξης Χριστοῦ, ἐν Πνεύματι ὤφθητε. Μάρτυρες τοῦ Κυρίου, Τεσσαράκοντα πέντε, λύσαντες δι’ ἀγώνων, τὴν πολύθεον πλάνην· διὸ ἡμῶν τοὺς ἀγῶνας, πάντες δοξάζομεν.

ΕΥΧΗ ΔΙΑ ΤΟΝ ΚΟΡΩΝΟΪΟΝ

Ποίημα Μητροπολίτου Ἐδέσσης ΙΩΗΛ

Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἀρχίατρος τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ὁ δι᾽ ἡμᾶς ἐνανθρωπήσας, ἵνα ἰάσῃς τὸ μέγα τραῦμα τὸν ἄνθρωπον, ὁ μὴ καταφρονήσας τοὺς ἀνιάτως νοσήσαντας δέκα λεπρούς, ἀλλὰ τῇ σωστικῇ χάριτί σου καθαρίσας αὐτούς, ὁ διελθὼν ὡς Θεάνθρωπος τὰς ἡμέρας τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας σου εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς ἀρρωστοῦντας καὶ κακῶς ἔχοντας, ὁ εὐεργετήσας καὶ ἀποκαταστήσας ὑγιαίνοντας, παραλυτικούς, τυφλούς, βαρέως ἡμαρτηκότας, δαιμονιῶντας καὶ ἐμπαθεῖς κατ᾽ ἄμφω, ἤγουν ἐν τῇ σαρκὶ καὶ τῷ νοΐ, πρόσδεξαι εὐμενῶς τὴν δέησιν ἡμῶν καὶ φυγάδευσον τῇ δυνάμει σου, τὸν φονευτὴν ἰὸν τὸν σχῆμα κορώνας φέροντα, καὶ προκαλοῦντα φοβίας ἢ καὶ θάνατον εἰς ἀσθενεῖς καὶ ἀναξιοπαθοῦντας.

Καὶ εἰ μὲν διὰ τὰς πολλὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἐπέτρεψας τὸν πειρασμὸν τοῦτον, ἱκετεύομέν σοι ὡς ἐλεῆμον, ἵνα ἄρῃς αὐτὸν ἀφ’ ἡμῶν καὶ ἀπὸ πάσης τῆς οἰκουμένης.

Εἰ δὲ διὰ δοκιμασίαν τῆς πίστεως ᾠκονόμησας, τὴν ἐπικράτησιν αὐτοῦ, παῦσον τὸν τάραχον τῶν ἀσθενῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδημίας αὐτοῦ.

Εἰ δὲ ὑπὸ τῆς κακουργίας τοῦ ἀντικειμένου ἢ καὶ ἀμελείας τῶν ἐπιπολαίων ἀνθρώπων οὗτος διεδόθη, θραῦσον τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ ὡς Θεὸς παντοδύναμος.

Φύλαξον τὴν νεότητα, καὶ περιφρούρησον τοὺς ἀσθενήσαντας, καὶ τοὺς ἐν γήρατι ὄντας ἐκ τοῦ ἐπαράτου ἰοῦ θεράπευσον, καὶ πάντας ἀπάλλαξον ἐκ τῆς συνοχῆς τῆς καρδίας, καὶ ἀντὶ ταύτης δώρησαι ἡμῖν, ὑγιείαν ἄνεσιν καὶ πλατισμόν, πρεσβείαις τῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ πάντων σου τῶν ἁγίων. Ἀμήν.

Αν δεν θέλεις να πάνε όλοι οι κόποι σου χαμένοι…

Ο ιερός Χρυσόστομος σημειώνει (…) κάτι (…) αξιοπρόσεκτο. Λέει ότι χωρίς τη συγχώρηση όλοι οι κόποι μας πηγαίνουν χαμένοι. Αν διατηρούμε έχθρα στην καρδιά μας, ούτε οι προσευχές μας ούτε οι νηστείες μας ούτε οι ελεημοσύνες μας ούτε η ιερά Εξομολόγηση ούτε η θεία Κοινωνία φέρνουν το ποθητό αποτέλεσμα.

Παρόλο που είναι τόσο ωφέλιμες η προσευχή, η νηστεία, η ελεημοσύνη, η ιερά Εξομολόγηση, η θεία Κοινωνία, δεν αποδίδουν τους αναμενόμενους καρπούς, διότι εμποδίζονται από τη μνησικακία μας. Γράφει ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος ότι αυτός που προσεύχεται και μνησικακεί, μοιάζει σαν τον σποριά που σπέρνει στη θάλασσα. Δεν θα θερίσει. Αυτό σημαίνει ότι άδικα κοπιάζουμε, εάν μνησικακούμε. Επιπλέον υφιστάμεθα τις θλιβερές συνέπειες της μνησικακίας μας.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σχολιάζοντας την Παραβολή των μυρίων ταλάντων σημειώνει ότι ο Κύριος βλέποντας το «πρός τούς ὁμοφύλους ἀσυμπαθές ἡμῶν καί ἀνένδοτον, ὀργίζεται καθ’ ἡμῶν δικαίως». Είναι δίκαιο να αποσύρει τη Χάρη Του, εάν δεν συγχωρούμε αυτούς που μας έφταιξαν, για να παιδαγωγηθούμε με το ίδιο επιτίμιο που παιδαγωγήθηκε ο πονηρός δούλος από τον βασιλιά της Παραβολής. Όπως ο βασιλιάς της Παραβολής παρέδωσε τον πονηρό δούλο του στους βασανιστές που βασάνιζαν τους φυλακισμένους, έτσι κι εμάς ο Ουράνιος Πατέρας θα μας παραδώσει στους βασανιστές αγγέλους, τους δαίμονες, οι οποίοι βασανίζουν τα αξιολύπητα θύματά τους «ἔν τε τῷ παρόντι καί τῷ μέλλοντι βίῳ».

Ο θεόπνευστος λόγος της Αγίας Γραφής μας βεβαιώνει ότι η κρίση του Θεού θα είναι χωρίς έλεος γι’ αυτούς που φέρονται άσπλαχνα στους συνανθρώπους τους. «Ἡ κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (Ιακ. β  13).

Εμάς μας συμφέρει να κριθούμε με επιείκεια. Αλλά για να κριθούμε με επιείκεια, οφείλουμε κι εμείς να κρίνουμε τους άλλους επιεικώς. Είναι απαραίτητο να μακροθυμούμε, για να μακροθυμήσει και σε μας ο Θεός. Να συγχωρούμε, για να μας συγχωρήσει κι εμάς ο Θεός. Να ελεούμε, για να μας ελεήσει κι εμάς ο Θεός. Τη συγχώρηση των παραπτωμάτων μας τη βρίσκουμε, συγχωρώντας τους αδελφούς. Και το έλεος του Θεού το βρίσκουμε, ελεώντας τους αδελφούς. Να ένας εύκολος τρόπος για να σωθούμε. Στη θέλησή μας βρίσκεται η σωτηρία μας, γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. «Ἀγαπήσωμεν οὖν ἀλλήλους, καί ἀγαπώμεθα ὑπό τοῦ Θεοῦ. Μακροθυμήσωμεν ἐπ’ ἀλλήλοις, καί μακροθυμεῖ ἐπί ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Μή ἀποδῶμεν κακόν ἀντί κακοῦ, καί οὐκ ἀπολαμβάνομεν κατά τάς ἁμαρτίας ἡμῶν. Τήν γάρ συγχώρησιν τῶν παραπτωμάτων ἡμῶν, ἐν τῇ συγχωρήσει τῶν ἀδελφῶν εὑρίσκομεν… ἐν τῷ θελήματι ἡμῶν ἐστι λοιπόν ἡ σωτηρία ἡμῶν» (Λόγος ασκητικός, μβ΄, P.G. 90, 953). Όσο περισσότερη μακροθυμία δείχνουμε στους αδελφούς που μας έφταιξαν, τόσο περισσότερο απολαμβάνουμε το έλεος και τη μακροθυμία του Θεού.

Αβραάμ Κοκάλη
από το βιβλίο Τό μεγαλεῖο τῆς συγχωρήσεως
εκδ. Ο Σωτήρ

9 Ιουλίου : Ὁ Ἅγιος Παγκράτιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ταυρομενίας

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν Ἀποστόλων.

Νεαρὸς ἀκόμα, ἐπισκέφθηκε μὲ τοὺς γονεῖς του τὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου καὶ βαπτίσθηκε. Μετὰ τὸ θάνατο τῶν γονέων του, ὁ Παγκράτιος θέλησε νὰ ἀφιερωθεῖ ὁλόψυχα στὸ Χριστὸ καὶ στὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου Του.

Πῶς, ὅμως, θὰ γινόταν αὐτό, μὲ τέτοια περιουσία ποὺ κληρονόμησε ἀπὸ τοὺς γονεῖς του; Τὴν λύση βρῆκε στὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ Κυρίου: «εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὑπάγε πώλησάν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοίς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι». Ἐὰν δηλαδή, θέλεις νὰ εἶσαι τέλειος, πήγαινε, πώλησε τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ μοίρασέ τα στοὺς φτωχούς, καὶ θὰ ἔχεις θησαυρὸ στοὺς οὐρανούς. Καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις.

Πράγματι, ὁ Παγκράτιος ἀπελευθέρωσε τοὺς δούλους, μοίρασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, καὶ ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε βιοτικὴ μέριμνα, ἀφιερώθηκε στὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελικοῦ λόγου. Ἀκολούθησε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο στὴν Ἀντιόχεια, καὶ στὴν Κιλικία συνάντησε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος τὸν ἔκανε ἐπίσκοπο Ταυρομενίου στὴ Σικελία.

Στὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἀναδείχθηκε τέλειος ποιμένας, διδάσκοντας καὶ διακονώντας μὲ ἀγάπη καὶ ἀρετὴ τὸ ποίμνιό του. Προσήλκυσε διὰ τοῦ κηρύγματός του πλῆθος λαοῦ στὸ φῶς τῆς θεογνωσίας, ἀκόμα καὶ αὐτὸν τὸν ἡγεμόνα τοῦ τόπου Βονιφάτιο.
Ἐπίσης ἵδρυσε στὴν πόλη αὐτὴ καὶ ἱερὸ ναό. Ὅμως, οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ εἰδωλολάτρες, βλέποντας μὲ φθόνο τὸ εὐαγγελικὸ ἔργο τοῦ Παγκρατίου, τὸν σκότωσαν, ἐνῷ ἐκεῖνος προσευχόταν γι’ αὐτούς.

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Κράτος ἔνθεον, ἠμφιεσμένος, ἐκ τῆς χάριτος, τοῦ Κορυφαίου, Ἀποστόλων ζηλωτὴς ἐχρημάτισας· καὶ ταῖς ῥοαῖς τῶν αἱμάτων Παγκράτιε, τὴν ἱερὰν διπλοΐδα ἐφοίνιξας. Πάτερ Ὅσιε Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.