31 Ιανουρίου – Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ ἐν Πάρῳ

Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος γεννήθηκε στὰ Ἰωάννινα τὸ ἔτος 1800 καὶ ὀνομαζόταν Ἀθανάσιος. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ σὲ ἡλικία ἐννέα ἐτῶν μετέβη στὶς Κυδωνὶες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου σπούδασε στὴν ὀνομαστικὴ σχολὴ τῆς πόλεως ἔχοντας ὡς σχολάρχη τὸν περίφημο διδάσκαλο ἱερομόναχο Γρηγόριο Σαράφη. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς φοιτήσεώς του συνδέθηκε μὲ τὸν πνευματικὸ Γέροντα Δανιὴλ ἀπὸ τὴ Ζαγορὰ τοῦ Πηλίου, ἕναν ἀπὸ τοὺς ὀνομαστοὺς πνευματικοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἔγινε ὑποτακτικός του.

Τὸ ἔτος 1815 ὁ Ἅγιος ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ τὸν Γέροντα Δανιὴλ καὶ ἐκεῖ ἐκάρη μοναχός. Ἀργότερα χειροτονήθηκε Διάκονος παρὰ τὶς ἀντιδράσεις του, καθὼς δὲν θεωροῦσε τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἄξιο καὶ μετὰ ἀπὸ ἑξαετῆ παραμονὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος ἦλθε καὶ πάλι μὲ τὸν Γέροντά του, στὴ μονὴ Πεντέλης στὴν Ἀθήνα. Ὅμως καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἀναγκάστηκαν νὰ φύγουν, γιατί ἄρχισε ἡ ἐπανάσταση κατὰ τῶν Τούρκων. Στὴ συνέχεια μετέβησαν στὶς Κυκλάδες, ὅπου ὁ Ὅσιος χειροτονήθηκε τὸ 1817 Πρεσβύτερος.

Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ἔδρασε κυρίως στὴν Πάρο καὶ τὴ Φολέγανδρο, ὅπου δίδαξε ἀπὸ τὸ 1829 μέχρι τὸ 1840.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Γέροντά του Δανιήλ, ὁ Ὅσιος ἀσκήτεψε στὴ μονὴ Λογγοβάρδας τῆς Πάρου. Κοιμόταν καὶ ἔτρωγε ἐλάχιστα καὶ συνεχῶς ἀγρυπνοῦσε, προσευχόμενος γιὰ τὰ πνευματικά του τέκνα καὶ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Βασική του τροφὴ ἦταν ἡ ἀνάγνωση τῶν θείων Γραφῶν καὶ τῶν συγγραμμάτων τῶν Ἁγίων Πατέρων. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ὅσιος θεωροῦσε τὴ μικρή του βιβλιοθήκη ὡς κῆπο τερπνότατο καὶ ὡραιότατο μὲ ἀγλαόκαρπα δένδρα, πλήρη ἀπὸ εὔχυμους καρπούς.

Ὁ Ὅσιος ἀγαποῦσε τοὺς πάντες χωρὶς διακρίσεις. Περισσότερο ὅμως ἀγαποῦσε τοὺς ἀσθενεῖς, τοὺς ὁποίους διακονοῦσε μὲ μεγάλη προθυμία.

Ὅταν τὸ 1861, κοιμήθηκε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, εὐσεβὴς ἱερομόναχος Ἠλίας, οἱ πατέρες ἐξέλεξαν ἡγούμενο καὶ προϊστάμενό τους τὸν Ὅσιο Ἀρσένιο, ὁ ὁποῖος τοὺς ποίμανε μὲ θεοφιλὴ καὶ θεάρεστο τρόπο. Λίγα χρόνια ἀργότερα παραιτήθηκε, γιὰ νὰ ἀσχοληθεῖ ἀπερίσπαστα μὲ τὸ ἔργο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.
Ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1877. Ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του ἔγινε τὸ ἔτος 1938 καὶ ἑορτάζεται στὶς 10 Αὐγούστου. Τὰ ἱερὰ λείψανά του φυλάσσονται μὲ εὐλάβεια στὴ Μονὴ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Πάρου.

Η ευχή και το όπλο… (Γέρων Ιωσήφ Ησυχαστής)

Η πράξη της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτόν σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως.

Στην αρχή γρήγορα, να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού.

Να προσέχεις μόνο στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου και θέλεις να το λέγεις.

Αν το αφήσεις στενοχωρείσαι πολύ.

Όταν το συνηθίσει ο νους και χορτάσει -το μάθει καλά- τότε το στέλνει στην καρδιά.

Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και μεταφέρει στην καρδιά οτιδήποτε φαντασθεί.

Όταν ο ευχόμενος κρατεί τον νου του να μη φαντάζεται τίποτε, αλλά να προσέχει μόνο τα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του τον κατεβάζει στην καρδιά, και τον κρατεί μέσα και λέγει με ρυθμό την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»…

Αν θέλεις να βρεις τον Θεό δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασία. Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένεις χωρίς την ευχή.

Να μη βγαίνει πνοή χωρίς την ευχή για να εφαρμόζεται ο λόγος του Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε».

Εάν μπορέσεις να λέγεις την «ευχή» εκφώνως και συνέχεια, σε δύο-τρεις μήνες πιστεύω την συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρις και σε ξεκουράζει.

Αρκεί να μη σταματήσεις να την λέγεις με το στόμα, χωρίς διακοπή.

Όταν την παραλάβει ο νους τότε θα ξεκουρασθείς με την γλώσσα να την λέγεις.

Όλη η βία είναι στην αρχή, έως ότου γίνει συνήθεια.

Κατόπιν θα την έχεις σ’ όλα τα χρόνια της ζωής σου.

Μόνο κτύπα ευθέως την θύρα του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξει, εάν επιμένεις».

(Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής) 

http://dakriametanoias.blogspot.ca

30 Ιανουαρίου – Οἱ Ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες

Βασίλειος ὁ Μέγας, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Ἡ αἰτία γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὴν Ἐκκλησία εἶναι τὸ ἑξῆς γεγονός:

Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ (1081 – 1118), ὁ ὁποῖος διαδέχθηκε στὴ βασιλικὴ ἐξουσία τὸν Νικηφόρο Γ’ τὸν Βοτενειάτη (1078 – 1081), ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη φιλονικία ἀνάμεσα σὲ λόγιους καὶ ἐνάρετους ἄνδρες. Ἄλλοι θεωροῦσαν ἀνώτερο τὸν Μέγα Βασίλειο, χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα καὶ ὑπέροχη φυσιογνωμία. Ἄλλοι τοποθετοῦσαν ψηλὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο καὶ τὸν θεωροῦσαν ἀνώτερο ἀπὸ τὸν Μέγα Βασίλειο καὶ τὸν Γρηγόριο καί, τέλος, ἄλλοι, προσκείμενοι στὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, θεωροῦσαν αὐτὸν ἀνώτερο ἀπὸ τοὺς δύο ἄλλους, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Βασίλειο καὶ τὸν Χρυσόστομο. Ἡ φιλονικία αὐτὴ εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα νὰ διαιρεθοῦν τὰ πλήθη τῶν Χριστιανῶν καὶ ἄλλοι ὀνομάζονταν «Ἰωαννίτες», ἄλλοι «Βασιλεῖτες» καὶ ἄλλοι «Γρηγορίτες».

Στὴν ἔριδα αὐτὴ ἔθεσε τέλος ὁ Μητροπολίτης Εὐχαΐτων, Ἰωάννης ὁ Μαυρόπους. Αὐτός, κατὰ τὴν διήγηση τοῦ Συναξαριστοῦ, εἶδε σὲ ὀπτασία τοὺς μέγιστους αὐτοὺς Ἱεράρχες, πρῶτα καθένα χωριστὰ καὶ στὴ συνέχεια καὶ τοὺς τρεῖς μαζί. Αὐτοὶ τοῦ εἶπαν: «Ἐμεῖς, ὅπως βλέπεις, εἴμαστε ἕνα κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ τίποτε δὲν ὑπάρχει ποὺ νὰ μᾶς χωρίζει ἢ νὰ μᾶς κάνει νὰ ἀντιδικοῦμε. Ὅμως, κάτω ἀπὸ τὶς ἰδιαίτερες χρονικὲς συγκυρίες καὶ περιστάσεις ποὺ βρέθηκε ὁ καθένας μας, κινούμενοι καὶ καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γράψαμε σὲ συγγράμματα καὶ μὲ τὸν τρόπο του ὁ καθένας, διδασκαλίες ποὺ βοηθοῦν τοὺς ἀνθρώπους νὰ βροῦν τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἐπίσης, τὶς βαθύτερες θεῖες ἀλήθειες, στὶς ὁποῖες μπορέσαμε νὰ διεισδύσουμε μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὶς συμπεριλάβαμε σὲ συγγράμματα ποὺ ἐκδώσαμε. Καὶ ἀνάμεσά μας δὲν ὑπάρχει οὔτε πρῶτος, οὔτε δεύτερος, ἀλλά, ἂν πεῖς τὸν ἕνα, συμπορεύονται δίπλα του καὶ οἱ δυὸ ἄλλοι. Σήκω, λοιπόν, καὶ δῶσε ἐντολὴ στοὺς φιλονικοῦντες νὰ σταματήσουν τὶς ἔριδες καὶ νὰ πάψουν νὰ χωρίζονται γιὰ ἐμᾶς. Γιατί ἐμεῖς, καὶ στὴν ἐπίγεια ζωὴ ποὺ εἴμασταν καὶ στὴν οὐράνια ποὺ μεταβήκαμε, φροντίζαμε καὶ φροντίζουμε νὰ εἰρηνεύουμε καὶ νὰ ὁδηγοῦμε σὲ ὁμόνοια τὸν κόσμο. Καὶ ὅρισε μία ἡμέρα νὰ ἑορτάζεται ἀπὸ κοινοῦ ἡ μνήμη μας καὶ καθὼς εἶναι χρέος σου, νὰ ἐνεργήσεις νὰ εἰσαχθεῖ ἡ ἑορτὴ στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ συνταχθεῖ ἡ ἱερὴ ἀκολουθία. Ἀκόμη ἕνα χρέος σου, νὰ παραδόσεις στὶς μελλοντικὲς γενιὲς ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα γιὰ τὸν Θεό. Βεβαίως καὶ ἐμεῖς θὰ συμπράξουμε γιὰ τὴ σωτηρία ἐκείνων ποὺ θὰ ἑορτάζουν τὴν μνήμη μας, γιατί ἔχουμε καὶ ἐμεῖς παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ».

Ἔτσι ὁ Ἐπίσκοπος Εὐχαΐτων Ἰωάννης ἀνέλαβε τὴ συμφιλίωση τῶν διαμαχόμενων μερίδων, συνέστησε τὴν ἑορτὴ τῆς 30ης Ἰανουαρίου καὶ συνέγραψε καὶ κοινὴ Ἀκολουθία, ἀντάξια τῶν τριῶν Μεγάλων Πατέρων.

Ἡ ἑορτὴ αὐτῆς τῆς Συνάξεως τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀποτελεῖ τὸ ὁρατὸ σύμβολο τῆς ἰσότητας καὶ τῆς ἑνότητας τῶν Μεγάλων Διδασκάλων, οἱ ὁποῖοι δίδαξαν μὲ τὸν ἅγιο βίο τοὺς τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξ’ αἰτίας τῆς ταπεινώσεώς τους μπροστὰ στὴν ἀλήθεια, ἔχουν λάβει τὸ χάρισμα νὰ ἐκφράζουν τὴν καθολικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅ,τι διδάσκουν δὲν εἶναι ἁπλῶς δική τους σκέψη ἢ προσωπική τους πεποίθηση, ἀλλὰ εἶναι ἐπιπλέον ἡ ἴδια ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, γιατί μιλοῦν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καθολικῆς της πληρότητας.
Περὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰώνα μ.Χ. ἀνεγέρθη ναὸς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν κοντὰ στὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, δίπλα σχεδὸν στὴ μονὴ τῆς Παναχράντου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Τοὺς τρεῖς μέγιστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου Θεότητος, τοὺς τὴν οἰκουμένην ἀκτῖσι, δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τοὺς μελιρρύτους ποταμοὺς τῆς σοφίας, τοὺς τὴν κτίσιν πᾶσαν, θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τὸν Μέγαν, καὶ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον, σὺν τῷ κλεινῷ Ἰωάννῃ, τῷ τὴν γλῶτταν χρυσορρήμονι, πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν· αὐτοὶ γὰρ τῇ Τριάδι, ὑπὲρ ἡμῶν ἀεὶ πρεσβεύουσι.

Οι άγιες μητέρες των Τριών Ιεραρχών

της Πρεσβυτέρας Κυριακής Παρασκευά

Των Τριών Ιεραρχών υπήρξαν ηρωικές και άγιες οι μητέρες. Αξίζουν ύμνοι και αίνοι και δοξαστικά για τους ευγενείς και ωραίους αγώνες τους, τις θερμές προσευχές τους, τη μεγάλη υπομονή στις πολλές θλίψεις τους, το ενάρετο και άγιο παράδειγμα.
Με όλα αυτά και πρώτα με τη Χάρη του Θεού κατόρθωσαν να αναδειχθούν οι οικογένειές τους πνευματικά εργαστήρια αγίων.
Τι καλύτερο, να αφήσουμε να μας μιλήσουν οι ίδιοι τρεις άγιοι πατέρες γι’ αυτές, μέσα από τα πατερικά συγγράμματά τους.
Μας τις παρουσιάζουν με χάρη πολλή, με δέος Ιερό. Μας αφηγούνται για το έργο τους, τους αγώνες τους, τον μεγάλο ρόλο που έπαιξαν για να αναδειχθούν αυτοί στη ζωή τους, για να ανέβουν τα σκαλοπάτια της Χριστιανικής αρετής και αγιότητος.
Είναι ύψιστη και μεγάλη η δύναμη που έχει η συνεργός του Θεού, που λέγεται Μητέρα!

Εμμέλεια. Η μητέρα του Μ. Βασιλείου.
Ο ίδιος ο Μέγας Βασίλειος ομολογεί: «Ἐκ παιδὸς ἔλαβον ἔννοιαν περὶ Θεοῦ παρὰ τῆς μακαρίας μητρός μου».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος επίσης σημειώνει: «Η Εμμέλεια καταγόταν από την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Από γένος ένδοξο και αρχοντικό. Η Εμμέλεια από τα πλούτη και τη λαμπρή καταγωγή της δεν επηρεαζόταν. Αγωνιζόταν να ζήσει σύμφωνα με το Ευαγγέλιο και τον λόγο του Θεού».
Όταν ήρθε η ώρα να ανοίξει το σπιτικό της, επιλέγει να πάρει όχι άνθρωπο με πλούτη και υλικά αγαθά αλλά πιστό Χριστιανό, άνθρωπο με κάλλος ψυχής, τον Βασίλειο. Και στα δύο γένη του νέου ζεύγους ήταν γνώρισμα και έμβλημα η ευσέβεια, η χριστιανική ζωή και η αρετή.
Δέκα τέκνα απέκτησαν οι ευλογημένοι γονείς, ο Βασίλειος και η Εμμέλεια.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει για την Εμμέλεια ότι υπήρξε πολύτεκνος αλλά και καλλίτεκνος. Της εδόθη η χάρις του να έχει πολυπαιδία αλλά και ευτεκνία. Δεν αρκείτο μόνο να αφήσει παιδιά στη γη, έστω επιτυχημένα, αλλά να την αξιώσει ο Θεός να τους δει ουρανοπολίτες. Και την αξίωσε ο Θεός.
Μητέρα μακαρία! Όλα τα άρρενα τέκνα της, τέσσερα, Βασίλειος, Ναυκράτιος, Γρηγόριος, Πέτρος αφοσιώθηκαν στην υπηρεσία της Εκκλησίας: Οι τρεις επίσκοποι και ο ένας, ο Ναυκράτιος, μοναχός! Από τις πέντε θυγατέρες της η Μακρίνα έγινε μοναχή.
Πόση υπομονή και ανδρεία έδειξε και πίστη, όταν ο μοναχός Ναυκράτιος, σε ηλικία μόλις 27 ετών, πνίγηκε στα ορμητικά νερά στον ποταμό Ίριν, του Πόντου, στο διακόνημά του να εξασφαλίζει τροφή των γερόντων μοναχών αλλά και σε πλήθος ασθενών και πτωχών. Φιλανθρωπότατη ήταν η Εμμέλεια!
Τη φιλανθρωπία ήθελε η Εμμέλεια να ασκούν όλα τα παιδιά της.
Και τούτο το ενέπνεε με το παράδειγμά της.
Η αγία Εμμέλεια εκοιμήθη το 370μ.Χ. και την έθαψαν, κατά την επιθυμία της, στον τάφο του συζύγου της Βασιλείου. Ήταν τούτο νόμιμο και φυσικό να αναπαυθεί μετά θάνατον πλησίον εκείνου «ποῦ ἠγάπησεν ἐν Θεῶ καὶ μετὰ τὸν Θεὸν».
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος την ύμνησε με ένα υπέροχο επιτάφιο ποίημα:
«Η Εμμέλεια απέθανε. Ποίος το είπε;
Αυτή βεβαίως τόσων και τέτοιων παιδιών
προσέφερε φως εις την ζωήν
με καλά και πολλά παιδιά,
ιδού μοναδική μεταξύ των ανθρώπων.
Τρεις είναι ιερείς πολύ ένδοξοι…
είναι τόσον μεγάλη ρίζα.
Αυτό είναι το ιερόν βραβείον
της ευσεβείας σου,
ω ευγενεστάτη όλων,
η τιμή των πολλών παιδιών σου,
διά τα οποία έναν πόθο είχες».

Νόννα. Η μητέρα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου.
Στην Αριανζόν της Καππαδοκίας, χωριό κοντά στη μικρή πόλη Ναζιανζό, γεννήθηκε το 304μ.Χ. η αγία Νόννα.
Οι γονείς της, Φιλτάτιος και Γοργονία, κατήγοντο από ένδοξες και εύπορες οικογένειες. Ήσαν και οι δύο άνθρωποι φοβούμενοι τον Θεό, ευσεβείς και ενάρετοι. Ο Θεός τους χάρισε δύο παιδιά, τον Αμφιλόχιο και τη Νόννα. Πολλές χάριτες έλαβαν από τον Θεό και τα δύο τέκνα. Η Νόννα ήταν το εγκαλλώπισμα και η χαρά της οικογένειας. Σεμνή και απερήφανη χριστιανή νέα, ήθελε να ευαρεστεί κάθε μέρα πρώτιστα στον Θεό.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος σημειώνει σχετικά για τη μητέρα του: «Βλαστὸς ἐκ ῥίζης ἱερὴς καὶ εὐσεβοῦς» η Νόννα.
Τη Νόννα ζήτησε και πήρε ως σύζυγό του ο συμπατριώτης τους Γρηγόριος. Σπουδαίος νομικός, σώφρων και σεμνός. Ήταν όμως πλανεμένος ως προς την πίστη. Η πιστή Νόννα με θερμή προσευχή και δάκρυα κερδίζει και σώζει τον άνδρα της. Ο σύζυγός της έγινε κληρικός και ανεδείχθη Επίσκοπος της πατρίδος τους.
Αύτη ευχαριστούσε και μεγάλυνε τον Θεό. Δοκίμασαν για χρόνια την ατεκνία.
Αναφέρει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Ποιος ήλπισε τόσον πολύ ότι μαζί με την αίτηση θα έχει και το αιτούμενο»; «Από την προσευχή (η Νόννα) δεν βγαίνει μ’ άδεια χέρια…».
Η οψίτοκος «Σάρρα», σε προχωρημένη ηλικία γεννά τρία παιδιά:
Τον Γρηγόριο «που τον προσφέρει δώρο στον Θεό, αυτόν που γύρευε να λάβει», τη Γοργονία και τον Καισάριο.
Η ευχαριστία και δοξολογία της Νόννας και του Γρηγορίου απέραντη, μα και ο ιερός πόθος τους να δώσουν το παιδί τους ζωντανή προσφορά στον Θεό.
Η Νόννα γίνεται παιδαγωγός και για τα τρία της παιδιά με την Αγία Γραφή στα γόνατά της, με το ενάρετο παράδειγμα, με την αγάπη της. Μέσα στην οικογένεια του Γρηγορίου και της Νόννας επικρατούσε «παροξυσμός αγάπης», που είναι πηγή χαράς και ευτυχίας για την οικογένεια.
Ολονύκτιες προσευχές αφιέρωνε για τα παιδιά της για να τα αναδείξει ανθρώπους του Θεού, «χριστοφόρους ναούς», «αθλητάς επουρανίους».
Λέει χαρακτηριστικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος για τη μητέρα του: «Άλλη φημίζεται για κόπους της μέσα στο σπίτι, άλλη για ομορφιά και φρονιμάδα της, άλλη για έργα ευσεβείας ή γι’ ασθένειες στο σώμα, ή για δάκρυα, για προσευχές, για περίθαλψη πτωχών. Η Νόννα καλοτυχίζεται για όλα.
Ήταν φιλόπτωχος και ελεήμων, το ίδιο και ο σύζυγός της. Είχαν κοινό ταμείο για τα έργα της αγάπης. Και ήθελαν με τα αγαθά έργα να κληρονομήσουν την επουράνιο Βασιλεία.
Η ειρήνη του Θεού επικρατούσε στο σπιτικό τους! Ήθελαν πάντοτε το σπίτι τους να είναι απάνεμο λιμάνι. Να βασιλεύει αγία και ειρηνική ατμόσφαιρα. Τους κυβέρνα το Άγιον Πνεύμα και όχι ο αμαρτωλός κόσμος.
Όπου υπάρχει η παρουσία του Θεού, εκεί και μόνον υπάρχει η ειρήνη.
Νοσταλγός του ουρανού η αγία Νόννα! Δεν σκεπτόταν απλώς τη Βασιλεία των ουρανών, αλλά και την ποθούσε και για το ίδιο προσευχόταν για όλους τους οικείους της. Μιλούσε στους οικείους της για «τον απύθμενον ωκεανόν της θείας ωραιότητος! Άναβε τον πόθο για την αιωνιότητα! Μετοικεσία για όλη την οικογένειά της.

Ανθούσα. Η μητέρα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Ανθούσα ήταν τ’ όνομά της και μέσα στην καρδιά της άνθιζαν οι χριστιανικές αρετές. Πιο πολύ η πίστη και η αγάπη στον αληθινό Θεό. Καταγόταν η Ανθούσα από πλούσια και ευγενή οικογένεια της Αντιόχειας.
Από ενωρίς αξιώθηκε να βρει τον πολύτιμο μαργαρίτη, τον κρυμμένο θησαυρό, τον μοναδικό και αιώνιο. Γνώριζε πλέον ότι μόνο ο Ιησούς Χριστός είναι η αληθινή χαρά για κάθε ψυχή, για κάθε οικογένεια και για όλο τον κόσμο.
Την ενάρετη αυτή κόρη διάλεξε και πήρε ως σύζυγό του ο Σεκούνδος, κι αυτός ζωντανό μέλος της Αντιοχειανής Εκκλησίας. Στο αξίωμά του ήταν άρχων διοικητής των στρατιωτών της Συρίας. Ήσαν ανδρόγυνο ευλογημένο από τον Θεό, αγαπημένο και προπαντός χαρούμενο. Αλλά η μόνιμη χαρά και η αμετακίνητη ευτυχία υπάρχει μόνο στον ουρανό. Ο πατέρας της οικογένειας, ο καλός Σεκούνδος, ο στρατηλάτης, απέθανε ξαφνικά. Η Ανθούσα δέχτηκε πλήγμα βαρύτατο, λίγο καιρό μετά τη γέννηση του υιού της Ιωάννη. Και ήταν μόνο 20 ετών. Σιγά-σιγά κόπαζε η τρικυμία και ο Θεός ησύχαζε τα άγρια κύματα. Με χριστιανική πίστη η Ανθούσα απεφάσισε να μείνει χήρα, για να αφιερωθεί στην ανατροφή του υιού της. Μέσα στη μεγάλη τρικυμία της θλίψεως δεν ναυάγησε.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ομολογεί ότι η μητέρα του έλεγε: «Με τη βοήθεια του Θεού κατόρθωνα να υπομένω», «Ως χριστιανή χήρα μητέρα αληθώς τεκνοτρόφησε», «Αυτή είναι η πιο μεγάλη περιουσία, αυτός ο ανέκφραστος πλούτος, η αρετή». «Έγινε τύπος των πιστών εν πίστει, εν αγάπη και εν αγνεία».
Την Ανθούσα θαύμαζε πολύ και ο μεγάλος ρητοροδιδάσκαλος του Ιωάννη, ο Λιβάνιος, (ο πιο φανατικός ειδωλολάτρης). Και είπε εγκωμιαστικά:
«Αλήθεια! Τι είδους γυναίκες υπάρχουν μεταξύ των Χριστιανών»!
Τόσο πολύ σπουδαίο πράγμα ήταν η αφοσίωση της μητέρας μου στον νεκρό πατέρα μου και στον υιό της. Γινόταν για μένα η προστατευτική φτερούγα για τη σωτηρία μου, αναφέρει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Όταν ο Ιωάννης εισέδυσε βαθύτερα στο πνεύμα της χριστιανικής πίστεως και το 370μ.Χ. εδέχθη το άγιο Βάπτισμα, η ευτυχία της Ανθούσας ήταν μεγάλη. Γιατί έγινε ζωντανό μέλος της Εκκλησίας του Χριστού ο υιός της κι έτσι η απατηλή δόξα των ανθρώπων δεν θάμπωσε τα μάτια της ψυχής του.
Μαζί με τον φίλο του Βασίλειο σκέφτονται να μονάσουν.
Η μητέρα του Ανθούσα του ζητεί μια χάρη: «… όταν λοιπόν με παραδώσεις στη γη, τότε πήγαινε όπου θέλεις. Σε ικετεύω μη με παραδώσεις σε δεύτερη χηρεία… Κάμε λοιπόν υπομονή, παιδί μου».
Η ευλαβεστάτη Ανθούσα δεν απατήθηκε στην προαίσθησή της. Δύο χρόνια μετά, όπως το είχε προείπει στον Ιωάννη, «εκοιμήθη εν Κυρίω» σε ηλικία περίπου 43 ετών.
Επενέβη και εδώ η θαυμαστή πρόνοια του Θεού. Και η μητέρα δεν στερήθηκε τη συντροφιά του υιού της μέχρι της εσχάτης της αναπνοής και ο Ιωάννης ακολούθησε «μετά χαράς» την κλήση του Θεού.
Αφού μοίρασε όλη του την περιουσία, αναχώρησε για την έρημο.

(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Παράκληση. Περιοδική
Ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λεμεσοῦ”, τεῦχος 76)

http://www.imlemesou.org/index.php/psifides-pisteos-2/agies-morfes/345-oi-agies-miteres-ton-trion-ierarxon

29 Ιανουαρίου – Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἰγνάτιος († 20 Δεκεμβρίου) ἦταν διάδοχος τῶν Ἀποστόλων καὶ χρημάτισε δεύτερος Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας. Ὑπῆρξε, μαζὶ μὲ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης Πολύκαρπο, μαθητὴς τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Μαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ (98 – 117 μ.Χ.) στὴ Ρώμη, κατασπαραχθεὶς ἀπὸ τὰ θηρία.
Μετὰ τὸ φρικτὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου, κάποιοι Χριστιανοὶ μάζεψαν ἀπὸ τὸν ἱππόδρομο τὰ ἐναπομείναντα ἅγια λείψανά του καὶ τὰ μετέφεραν στὴν Ἀντιόχεια. Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὴν Μεγάλη Ἐκκλησία.

Πρέπει να κάνεις σωστά το σταυρό σου.

Ο ΣΤΑYΡΟΣ ΤΟY ΚYΡΙΟΥ

Πόση μεγάλη δύναμη έχει ο σταυρός! Γιατί βέβαια πάνω του είναι ο Σταυρωμένος Χριστός. Γι’ αυτό και τίποτα πιο ακριβό από το βαπτιστικό σου σταυρό δεν υπάρχει. Εκείνος είναι ευλογημένος στο όνομα σας, και να μην τον δίνετε σε κανέναν άλλον. Δεν κάνει να βγάλετε ούτε για μια στιγμή αυτόν το σταυρό. Ούτε όταν κάνετε μπάνιο, με την αιτιολογία ότι το βρόμικο νερό θα χύνεται πάνω στο σταυρό. Και τι να κάνουμε; Ίσα ίσα το νερό καθαρίζει το σταυρό. Χωρίς αυτόν μπορεί να σας χτυπήσει το κακό! Ούτε κι όταν έχετε συζυγικές επαφές να τον βγάζετε.

— Την Κυριακή και τις γιορτές μπορείς να φτιάχνεις σταυρούς, αλλά καλύτερα, αν δεν είναι πολύ απαραίτητο, να μην το κάνεις. Κι αν δείτε δυο σπίρτα πεταμένα κάτω να έχουν το σχήμα του σταυρού, μην τα πατήσετε!

—        Γέροντα, μπορούμε να φοράμε στο λαιμό δύο διαφορετικούς σταυρούς;

—        Το κυριότερο είναι η πίστη με την οποία τους φοράς. Ο σταυρός είναι το σύμβολο της πίστεως. Σταυρός σημαίνει υπομονή.

—        Στους νεκρούς πρέπει οπωσδήποτε να βάζουμε το σταυρό; ρώτησα.

—        Ο νεκρός πρέπει οπωσδήποτε να έχει έναν απλό ξύλινο σταυρό και να τον κρατάει στο χέρι. Σταυρό όμως από χρυσό ή από άλλα μέταλλα που δεν λιώνουν δεν κάνει να βάζουμε στον νεκρό. Ο Χριστός αναστήθηκε και εμείς δεν μπορούμε να αφήσουμε το σταυρό Του στο χώμα. Όμως το ξύλο στο χώμα λιώνει.

Σχετικά με το σταυρό της αγίας Νίνας μας έλεγε ο π. Γαβριήλ:

— ‘Όταν ξανάφεραν από τη Ρωσία το σταυρό της αγίας Νίνας, είχαν στραβώσει λίγο οι άκρες του από κάποια απροσεξία. Δεν μπορούσαν όμως εδώ να τις ισιώσουν με χρυσό; Αυτό δείχνει την πτώση μας! Αν κατεβείτε στο ναό του Σαμτάβρο, θα δείτε σε πιο παλιές εικόνες ότι ο σταυρός της αγίας Νίνας δεν είναι με επικλινείς κεραίες.

Μια φορά, που κήδευαν έναν ιερέα, ο π. Γαβριήλ φώναξε:

—        Πού ακούστηκε να θάβουν τον Χριστό;

Και ξαφνικά η πομπή της κηδείας σταμάτησε και ο π. Γαβριήλ πλησίασε τον κεκοιμημένο και του έβγαλε τον μεταλλικό σταυρό που φορούσε, βάζοντας στη θέση του έναν ξύλινο.

—        Γέροντα, ποιο σταυρό είναι καλύτερο να φοράμε;

—        Καλό είναι να φοράς το σταυρό με τον οποίο σε βάπτισαν. Όμως αν δεν έχεις, τότε καλύτερα να φοράς το σταυρό με τον Εσταυρωμένο Χριστό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ . Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ (1929-1995) Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ.

Πηγή :https://choratouaxoritou.gr

http://apantaortodoxias.blogspot.com