30  Νοεμβρίου – Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἀπόστολος, ὁ Πρωτόκλητος

Ἀντίστροφον σταύρωσιν Ἀνδρέας φέρει,
Φανεὶς ἀληθῶς οὐσκιώδης ἀντίπους.
Σταυρὸν κακκεφαλῆς τριακοστῇ Ἀνδρέας ἔτλη.

  ἅγιος Ἀν­δρέ­ας, ψα­ρᾶς στὸ ἐ­πάγ­γελ­μα καὶ ἀ­δελ­φός τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου, ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴ Βηθ­σα­ϊ­δὰ τῆς Γα­λι­λαί­ας καὶ τὸν πα­τέ­ρα τοῦ τὸν ἔ­λε­γαν Ἰ­ω­νᾶ. Ἐ­πει­δὴ κλή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Κύ­ρι­ο πρῶ­τος στὴν ὁ­μά­δα τῶν μα­θη­τῶν, ὀ­νο­μά­στη­κε πρω­τό­κλη­τος.

Ὁ Ἀν­δρέ­ας (μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰ­ω­άν­νη τὸν εὐ­αγ­γε­λι­στὴ) ὑ­πῆρ­ξαν στὴν ἀρ­χὴ μα­θη­τὲς τοῦ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Προ­δρό­μου. Κά­ποια μέ­ρα μά­λι­στα, ποὺ βρι­σκόν­του­σαν στὶς ὄ­χθες τοῦ Ἰ­ορ­δά­νη κι ὁ Πρό­δρο­μος τοὺς ἔ­δει­ξε τὸν Ἰ­η­σοῦ καὶ τοὺς εἶ­πε «ἴ­δε ὁ ἀ­μνὸς τοῦ Θε­οῦ ὁ αἴ­ρων τὴν ἁ­μαρ­τί­αν τοῦ κό­σμου», οἱ δύ­ο ἁ­πλο­ϊ­κοὶ ἐ­κεῖ­νοι ψα­ρά­δες συγ­κι­νή­θη­καν τό­σο πο­λύ, ποὺ χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μὸ κι ἐ­πι­φύ­λα­ξη ἀ­φή­καν ἀ­μέ­σως τὸν δά­σκα­λό τους κι ἀ­κο­λού­θη­σαν τὸν Ἰ­η­σοῦ.

Ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς ζω­ῆς τοῦ Ἀν­δρέ­α μέ­χρι τὴν Σταύ­ρω­ση, τὴν Ἀ­νά­στα­ση καὶ τὴν Ἀ­νά­λη­ψη, ὑ­πῆρ­ξε σχε­δὸν ἴ­δια μὲ ἐ­κεί­νη τῶν ἄλ­λων μα­θη­τῶν. Με­τὰ τὸ σχη­μα­τι­σμὸ τῆς πρώ­της Ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ Ἀν­δρέ­ας κή­ρυ­ξε στὴ Βι­θυ­νί­α, Εὔ­ξει­νο Πόν­το (μά­λι­στα ὁ Ἀ­πό­στο­λος, εἶ­ναι ὁ ἱ­δρυ­τὴς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ ἐγ­κα­τέ­στη­σε πρῶ­το ἐ­πί­σκο­πο, τὸν ἀ­πό­στο­λο Στά­χυ κι αὐ­τοῦ δι­ά­δο­χος εἶ­ναι ὁ Οἰ­κου­με­νι­κὸς Πα­τρι­άρ­χης, Θρά­κη, Μα­κε­δο­νί­α καὶ Ἤ­πει­ρο. Τε­λι­κά, κα­τέ­λη­ξε στὴν Ἀ­χα­ΐ­α.

Στὴν Ἀ­χα­ΐ­α, ἡ δι­δα­σκα­λί­α του καρ­πο­φό­ρη­σε καὶ μὲ τὶς προ­σευ­χὲς του θε­ρά­πευ­σε θαυ­μα­τουρ­γι­κὰ πολ­λοὺς ἀ­σθε­νεῖς. Ἔ­τσι, ἡ χρι­στια­νι­κὴ ἀ­λή­θει­α εἶ­χε με­γά­λες κα­τα­κτή­σεις στὸ λα­ὸ τῆς Πά­τρας. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ Μα­ξι­μίλ­λα, σύ­ζυ­γος τοῦ ἀν­θύ­πα­του Ἀ­χα­ΐ­ας Αἰ­γε­ά­του, ἀ­φοῦ τὴ θε­ρά­πευ­σε ὁ Ἀ­πό­στο­λος ἀ­πὸ τὴ βα­ρει­ὰ ἀρ­ρώ­στια ποὺ εἶ­χε, πί­στε­ψε στὸ Χρι­στό. Τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ ἐ­κνεύ­ρι­σε τὸν ἀν­θύ­πα­το καὶ μὲ τὴν πα­ρό­τρυν­ση εἰ­δω­λο­λα­τρῶν ἱ­ε­ρέ­ων συ­νέ­λα­βε τὸν Ἀν­δρέ­α καὶ τὸν σταύ­ρω­σε σὲ σχῆ­μα Χ. Ἔ­τσι, ὁ Ἀ­πό­στο­λος Ἀν­δρέ­ας πα­ρέ­στη­σε τὸν ἑ­αυ­τό του στὸ Θε­ὸ «δό­κι­μον ἐρ­γά­την» (Β΄ πρὸς Τι­μό­θε­ον, 2: 15). Δη­λα­δὴ δο­κι­μα­σμέ­νο καὶ τέ­λει­ο ἐρ­γά­τη τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου.

Οἱ χρι­στια­νοὶ τῆς Ἀ­χα­ΐ­ας θρή­νη­σαν βα­θι­ὰ τὸν θά­να­τό του. Ὁ πό­νος τους ἔ­γι­νε ἀ­κό­μη πι­ὸ με­γά­λος, ὅ­ταν ὁ ἀν­θύ­πα­τος Αἰ­γε­ά­της ἀρ­νή­θη­κε νὰ τοὺς πα­ρα­δώ­σει τὸ ἅ­γι­ο λεί­ψα­νό του, γιὰ νὰ τὸ θά­ψουν. Ὁ Θε­ὸς ὅ­μως οἰ­κο­νό­μη­σε τὰ πράγ­μα­τα. Τὴν ἴ­δια μέ­ρα, ποὺ πέ­θα­νε ὁ Ἅγι­ος, ὁ Αἰ­γε­ά­της τρε­λά­θη­κε κι αὐ­το­κτό­νη­σε. Οἱ χρι­στια­νοὶ τό­τε μὲ τὸν ἐ­πί­σκο­πό τους τὸν Στρα­το­κλή, πρῶ­το ἐ­πί­σκο­πο τῶν Πα­τρών, πα­ρέ­λα­βαν τὸ σε­πτὸ λεί­ψα­νο καὶ τὸ ‘θα­ψαν μὲ με­γά­λες τι­μές.

Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν στὸν θρό­νο τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου ἀ­νέ­βη­κε ὁ Κων­στάν­τι­ος, ποὺ ἦ­ταν γιὸς τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου, μέ­ρος τοῦ ἱ­ε­ροῦ λει­ψά­νου με­τα­φέρ­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πό­λη τῶν Πα­τρὼν στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη καὶ κα­τα­τέ­θη­κε στὸν να­ὸ τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων «ἔν­δον της Ἁ­γί­ας Τρα­πέ­ζης». Ἡ ἁ­γί­α Κά­ρα τοῦ Πρω­το­κλή­του φαί­νε­ται πὼς ἀ­πέ­μει­νε στὴν Πά­τρα.

Ὅ­ταν ὅ­μως οἱ Τοῦρ­κοι ἐ­πρό­κει­το νὰ κα­τα­λά­βουν τὴν πό­λη τὸ 1460 μ.Χ., τό­τε ὁ Θω­μὰς Πα­λαι­ο­λό­γος, ἀ­δελ­φός του τε­λευ­ταί­ου αὐ­το­κρά­το­ρας Κων­σταν­τί­νου τοῦ Πα­λαι­ο­λό­γου καὶ τε­λευ­ταῖ­ος Δε­σπό­της τοῦ Μο­ρι­ά, πῆ­ρε τὸ πο­λύ­τι­μο κει­μή­λι­ο καὶ τὸ με­τέ­φε­ρε στὴν Ἰ­τα­λί­α. Ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ τὸ πα­ρέ­λα­βε ὁ Πά­πας Πί­ος ὁ Β, τὸ πο­λύ­τι­μο κει­μή­λι­ο ἐ­να­πο­τέ­θη­κε στὸν να­ὸ τοῦ ἁ­γί­ου Πέ­τρου τῆς Ρώ­μης.

Τὸν Νο­έμ­βρι­ο τοῦ 1847 μ.Χ. ἕ­νας Ρῶ­σος Πρίγ­κη­πας, ὁ Ἀν­δρέ­ας Μου­ρά­βι­εφ δώ­ρη­σε στὴν πό­λη τῆς Πά­τρας ἕ­να τε­μά­χι­ο δα­κτύ­λου τοῦ χε­ριοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου. Ὁ Μου­ρά­βι­εφ εἶ­χε λά­βει τὸ πα­ρα­πά­νω ἱ­ε­ρὸ Λεί­ψα­νο ἀ­πὸ τὸν Καλ­λί­νι­κο, πρώ­ην Ἐ­πί­σκο­πο Μο­σχο­νη­σί­ων, ὁ ὁ­ποῖ­ος μό­να­ζε τό­τε στὸ Ἅ­γι­ο Ὅ­ρος.

Στὴν πό­λη τῆς Πά­τρας, ἐ­πα­να­κο­μί­σθη­καν καὶ φυ­λάσ­σον­ται ἀ­πὸ τη­ν ­2­6­η Σε­πτεμ­βρί­ου­ ­1­9­64 μ.Χ. ἡ τι­μί­α Κά­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου καὶ ἀ­πὸ τὴν 19ην Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1980 μ.Χ. λεί­ψα­να τοῦ Σταυ­ροῦ, τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου του. Ἡ ἁ­γί­α Κά­ρα τοῦ Πρω­το­κλή­του ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἐ­νέρ­γει­ες τῆς Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πῆς Κύ­πρου με­τα­φέρ­θη­κε καὶ στὴν Κύ­προ τὸ 1967 μ.Χ. γιὰ με­ρι­κὲς μέ­ρες κι ἐ­ξε­τέ­θη­κε σὲ εὐ­λα­βι­κὸ προ­σκύ­νη­μα.

Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει μί­α Κυ­πρι­α­κὴ πα­ρά­δο­ση, σὲ μί­α πε­ρι­ο­δεί­α του, ὁ Ἀ­πό­στο­λος Ἀν­δρέ­ας, πῆ­γε καὶ στὴν Κύ­προ. Τὸ κα­ρά­βι, ποὺ τὸν με­τέ­φε­ρε στὴν Ἀν­τι­ό­χει­α ἀ­πὸ τὴν Ἰ­όπ­πη, λί­γο πρὶν προ­σπε­ρά­σουν τὸ γνω­στὸ ἀ­κρω­τή­ρι τοῦ ἀ­πο­στό­λου Ἀν­δρέ­α καὶ τὰ νη­σιά, ποὺ εἶ­ναι γνω­στὰ μὲ τὸ ὄ­νο­μα Κλεῖ­δες, ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ στα­μα­τή­σει ἐ­κεῖ σ’ ἕ­να μι­κρὸ λι­μα­νά­κι, για­τί κό­πα­σε ὁ ἄ­νε­μος. Τὶς μέ­ρες αὐ­τὲς τῆς νη­νε­μί­ας τοὺς ἔ­λει­ψε καὶ τὸ νε­ρό. Ἕ­να πρω­ί, ποὺ ὁ πλοί­αρ­χος βγῆ­κε στὸ νη­σὶ κι ἔ­ψα­χνε νὰ βρεῖ νε­ρό, πῆ­ρε μα­ζί του καὶ τὸν ἀ­πό­στο­λο. Δυ­στυ­χῶς που­θε­νὰ νε­ρό. Κά­ποια στιγ­μή, ποὺ ἔ­φτα­σαν στὴ μέ­ση τῶν δύ­ο ἐκ­κλη­σι­ῶν, ποὺ ὑ­πάρ­χουν σή­με­ρα, τῆς πα­λαι­ᾶς καὶ τῆς και­νούρ­γιας, ποὺ ‘ναι κτι­σμέ­νη λί­γο ψη­λό­τε­ρα, ὁ ἅ­γι­ος γο­νά­τι­σε μπρο­στὰ σ’ ἕ­να κα­τά­ξε­ρο βρά­χο καὶ προ­σευ­χή­θη­κε νὰ στεί­λει ὁ Θε­ὸς νε­ρό. Πο­θοῦ­σε τὸ θαῦ­μα, γιὰ νὰ πι­στέ­ψουν ὅ­σοι ἦ­ταν ἐ­κεῖ στὸν Χρι­στό. Ὕ­στε­ρα ση­κώ­θη­κε, σφρά­γι­σε μὲ τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ τὸν βρά­χο καὶ τὸ θαῦ­μα ἔ­γι­νε. Ἀ­πὸ τὴ ρί­ζα τοῦ βρά­χου βγῆ­κε ἀ­μέ­σως μπό­λι­κο νε­ρό, ποὺ τρέ­χει μέ­χρι σή­με­ρα μέ­σα σ’ ἕ­να λάκ­κο τῆς πα­λαι­ᾶς ἐκ­κλη­σί­ας κι ἀπ’ ἐ­κεῖ προ­χω­ρεῖ καὶ βγαί­νει ἀ­πὸ μί­α βρύ­ση κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα. Εἶ­ναι τὸ γνω­στὸ ἁ­γί­α­σμα. Τὸ εὐ­λο­γη­μέ­νο νε­ρό, ποὺ τό­σους ξε­δί­ψα­σε, μὰ καὶ τό­σους ἄλ­λους, μυ­ρι­ά­δες ὁ­λό­κλη­ρες, ποὺ τὸ πῆ­ραν μὲ πί­στη δρό­σι­σε καὶ πα­ρη­γό­ρη­σε. Καὶ πρῶ­τα-πρῶ­τα τὸ τυ­φλὸ παι­δὶ τοῦ κα­πε­τά­νιου.

Ἦ­ταν κι αὐ­τὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πρό­σω­πα τοῦ κα­ρα­βιοῦ ποὺ με­τέ­φε­ρε ὁ πα­τέ­ρας. Γεν­νή­θη­κε τυ­φλὸ καὶ με­γά­λω­σε μέ­σα σὲ ἕ­να συ­νε­χὲς σκο­τά­δι. Πο­τὲ τοῦ δὲν εἶ­δε τὸ φῶς. Δέν­δρα, φυ­τά, ζῶ­α ἀ­γω­νι­ζό­ταν νὰ τὰ γνω­ρί­σει μὲ τὸ ψα­χού­λε­μα. Ἐ­κεί­νη τὴν ἥ­με­ρα, ὅ­ταν οἱ ναῦ­τες γύ­ρι­σαν μὲ τὰ ἀ­σκιὰ γε­μά­τα νε­ρὸ κι ἐ­ξή­γη­σαν τὸν τρό­πο ποὺ τὸ βρῆ­καν στὸ νη­σί, ἕ­να φῶς γλυ­κι­ᾶς ἐλ­πί­δας ἄ­να­ψε στὴν καρ­διὰ τοῦ δύ­στυ­χου παι­διοῦ. Μή­πως τὸ νε­ρὸ αὐ­τό, σκέ­φτη­κε, ποὺ βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸν ξη­ρὸ βρά­χο ὕ­στε­ρα ἀπ’ τὴν προ­σευ­χὴ τοῦ πα­ρά­ξε­νου ἐ­κεί­νου συ­νε­πι­βά­τη τους, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ χα­ρί­σει καὶ σ’ αὐ­τὸν τὸ φῶς του ποῦ πο­θοῦ­σε; Ἀ­φοῦ μὲ θαυ­μα­στὸ τρό­πο βγῆ­κε, θαύ­μα­τα θὰ μπο­ροῦ­σε καὶ νὰ προ­σφέ­ρει. Μὲ τού­τη τὴν πί­στη καὶ τὴ βα­θι­ὰ ἐλ­πί­δα ζή­τη­σε καὶ τὸ παι­δὶ λί­γο νε­ρό. Δι­ψοῦ­σε. Και­γό­ταν ἀπ’ τὴ δί­ψα. Ὁ ἀ­πό­στο­λος, ποὺ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, ἔ­σπευ­σε κι ἔ­δω­σε στὸ παι­δὶ ἕ­να δο­χεῖ­ο γε­μά­το ἀ­πὸ τὸ δρο­σε­ρὸ νε­ρό. Ὅ­μως τὸ παι­δὶ προ­τί­μη­σε, ἀν­τὶ νὰ δρο­σί­σει μὲ τὸ νε­ρὸ τὰ χεί­λη του, νὰ πλύ­νει πρῶ­τα τὸ πρό­σω­πό του. Καὶ ὢ τοῦ θαύ­μα­τος! Μό­λις τὸ δρο­σε­ρὸ νε­ρὸ ἄγ­γι­ξε τοὺς βολ­βοὺς τῶν μα­τιῶν τοῦ παι­διοῦ, τὸ παι­δὶ ἄρ­χι­σε νὰ βλέ­πει!

Κι ὁ ἀ­πό­στο­λος, ποὺ τὸν κοί­τα­ζαν ὅ­λοι μὲ θαυ­μα­σμό, ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς μι­λᾶ καὶ νὰ τοὺς δι­δά­σκει τὴ νέ­α θρη­σκεί­α. Τὸ τέ­λος τῆς ὁ­μι­λί­ας πο­λὺ καρ­πο­φό­ρο. Ὅ­σοι τὸν ἄ­κου­σαν πί­στε­ψαν καὶ βα­φτί­στη­καν. Τὴν ἀρ­χὴ ἔ­κα­νε ὁ κα­πε­τά­νιος μὲ τὸ παι­δί του, ποὺ πῆ­ρε καὶ τὸ ὄ­νο­μα Ἀν­δρέ­ας. Κι ὕ­στε­ρα ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι ἐ­πι­βά­τες καὶ με­ρι­κοὶ ψα­ρά­δες ποὺ ἤ­σαν ἐ­κεῖ. Πί­στε­ψαν ὅ­λοι στὸν Χρι­στὸ ποὺ τοὺς κή­ρυ­ξε ὁ ἀ­πό­στο­λός μας καὶ βα­φτί­στη­καν. Φυ­σι­κὰ τὸ θαῦ­μα τῆς θε­ρα­πεί­ας τοῦ τυ­φλοῦ παι­διοῦ, ἀ­κο­λού­θη­σαν κι ἄλ­λα, κι ἄλ­λα. Στὸ με­τα­ξὺ ὁ ἄ­νε­μος ἄρ­χι­σε νὰ φυ­σᾶ καὶ τὸ κα­ρά­βι ἑ­τοι­μά­στη­κε γιὰ νὰ συ­νε­χί­σει τὸ τα­ξί­δι του. Ὁ ἀ­πό­στο­λος, ἀ­φοῦ κά­λε­σε κον­τὰ τοῦ ὅ­λους ἐ­κεί­νους ποὺ πί­στε­ψαν στὸν Χρι­στὸ καὶ βα­φτί­στη­καν, τοὺς ἔ­δω­κε τὶς τε­λευ­ταῖ­ες συμ­βου­λές του καὶ τοὺς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε.

Ἀρ­γό­τε­ρα, με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νι­α, κτί­στη­κε στὸν τό­πο αὐ­τὸν ποὺ περ­πά­τη­σε καὶ ἁ­γί­α­σε μὲ τὴν προ­σευ­χή, τὰ θαύ­μα­τα καὶ τὸν ἱ­δρώ­τα τοῦ ὁ Πρω­τό­κλη­τος μα­θη­τής, τὸ με­γά­λο μο­να­στή­ρι τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Ἀν­δρέ­α, ποὺ μὲ τὸν και­ρὸ εἶ­χε γί­νει παγ­κύ­πρι­ο προ­σκύ­νη­μα. Κά­θε χρό­νο χι­λιά­δες προ­σκυ­νη­τὲς ἀπ’ ὅ­λα τὰ μέ­ρη τῆς Κύ­πρου, ὀρ­θό­δο­ξοι καὶ ἑ­τε­ρό­δο­ξοι κι ἀλ­λό­θρη­σκοι ἀ­κό­μη, συ­νέ­ρε­αν στὸ μο­να­στή­ρι, γιὰ νὰ προ­σκυ­νή­σουν τὴ θαυ­μα­τουρ­γὸ εἰ­κό­να τοῦ ἀ­πο­στό­λου, νὰ βα­φτί­σουν ἐ­κεῖ τὰ νε­ο­γέν­νη­τα παι­διά τους καὶ νὰ προ­σφέ­ρουν τὰ δῶ­ρα τους, γιὰ νὰ ἐκ­φρά­σουν τὰ εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ τὴν εὐ­γνω­μο­σύ­νη τους στὸν θεῖ­ο ἀ­πό­στο­λο. Κο­λυμ­βή­θρα Σι­λω­ὰμ ἦ­ταν ἡ ἐκ­κλη­σί­α του γιὰ τοὺς πο­νε­μέ­νους. Πλεῖ­στα ὅ­σα θαύ­μα­τα γι­νόν­του­σαν ἐ­κεῖ σὲ ὅ­σους με­τέ­βαι­ναν μὲ πί­στη ἀ­λη­θι­νὴ καὶ συν­τρι­βὴ ψυ­χῆς.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Ὡς τῶν Ἀποστόλων Πρωτόκλητος, καὶ τοῦ Κορυφαίου αὐτάδελφος, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων Ἀνδρέα ἱκέτευε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, φώτισε τά παιδάκια μου.

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, φώτισε τά παιδάκια μου. Ἐγώ σ’ Ἐσένανε τά ἀναθέτω. Ἐσύ μοῦ τά ἔδωσες, μά κι ἐγώ εἶμαι ἀδύναμη, δέν μπορῶ νά τά κατατοπίσω· γι’ αὐτό, Σέ παρακαλῶ, φώτισέ τα’’

Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Άκου να σου πω: να προσεύχεσαι και μετά να μιλάεις. Έτσι να κάνεις στα παιδιά σου, άμα διαρκώς τους δίδεις συμβουλές, θα γίνεις βαρετή κι όταν μεγαλώσουν, θα αισθάνονται ένα είδος καταπιέσεως.

Να προτιμάς, λοιπόν, την προσευχή. Να τους μιλάεις με την προσευχή. Να τα λέεις στον Θεό κι ο Θεός θα τα λέει μέσα τους. Δηλαδή, δεν πρέπει να συμβουλεύεις τα παιδιά σου έτσι, με φωνή που να την ακούνε τ’ αυτιά τους.

Μπορείς να το κάνεις κι αυτό, αλλά προπάντων πρέπει να μιλάεις για τα παιδιά σου στον Θεό. Να λέεις: ‘’Κύριε Ιησού Χριστέ, φώτισε τα παιδάκια μου. Εγώ σ’ Εσένανε τα αναθέτω. Εσύ μου τα έδωσες, μα κι εγώ είμαι αδύναμη, δεν μπορώ να τα κατατοπίσω· γι’ αυτό, Σε παρακαλώ, φώτισέ τα’’. Κι ο Θεός θα τους μιλάει και θα λένε: ‘’Ωχ, δεν έπρεπε να στενοχωρήσω τη μαμά μ’ αυτό που έκανα!’’. Κι αυτό θα βγαίνει από μέσα τους με την Χάρη του Θεού».

Πηγή

https://paraklisi.blogspot.com/2019/10/blog-post_79.html

Προσευχή για την Ελλάδα μας

Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, Εσύ είσαι ο πλούσιος σε έλεος και ευσπλαχνία και συγκαταβαίνεις να εισακούεις τις προσευχές μας, προσευχές και κραυγές ικεσίας αμαρτωλών δούλων σου. Συ με τη σοφή φιλάνθρωπη πρόνοιά σου διευθύνεις και κυβερνάς τη ζωή όλων μας, τη ζωή όλων των ανθρώπων. Και όταν μας παιδαγωγείς με τα διάφορα δυσάρεστα για μας γεγονότα και θλίψεις, επιδιώκεις να μας επαναφέρεις στο αρχαίο κάλλος και την πρώτη ευγένεια που χάσαμε με τη συμβουλή του εχθρού της σωτηρίας μας διαβόλου. «Θέλεις πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. β΄ 4).

Γι’ αυτό, Θεέ Πανοικτίρμων, παρ’ όλο που αμαρτήσαμε και αδιαφορήσαμε για τις άγιες εντολές σου και πολιτευθήκαμε αναξίως της κλήσεώς μας και του Ευαγγελίου του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, τολμούμε να προσπέσουμε στο θρόνο της χάριτός σου και να Σε παρακαλέσουμε και να Σε ικετεύσουμε, Εσένα τον πανοικτίρμονα και υπεράγαθο Θεό μας.
Διώξε μακριά από τη χώρα μας «πάντας τους εχθραίνοντας ημάς ματαίως». Διάλυσε τα καταχθόνια σχέδιά τους. Σύντριψε τα δόντια όλων αυτών που ως άγρια θηρία έρχονται να μας κατασπαράξουν και να μας καταφάγουν. Απελευθέρωσε το λαό σου από κάθε φόβο επερχομένων κακών και διαφύλαξε και προστάτευσε όλους μας με το παντοκρατορικό σου χέρι από τις ποικίλες συμφορές. Σε Σένα ελπίζουμε και Σε Σένα μόνο στηριζόμαστε, γιατί Συ είσαι παντοδύναμος Θεός και με την ακατανίκητη δύναμή σου μπορείς να μας προστατεύσεις και να μας ασφαλίσεις από όλα τα δεινά και τις επερχόμενες συμφορές.
Θεέ πολυεύσπλαχνε, πανάγαθε και πολυέλεε, στο άπειρο έλεος και τη φιλάνθρωπη ευσπλαχνία σου καταφεύγουμε και Σε παρακαλούμε και Σε ικετεύουμε να ακούσεις την κραυγή μας, να δεχθείς την θερμή παράκληση και ικεσία μας και να προστατεύσεις την χώρα μας και τον καθένα μας.
Συ είσαι η πηγή του ελέους, και της ευσπλαχνίας ανεξιχνίαστος άβυσσος, και σε Σένα την δόξα αναπέμπουμε, τον Άναρχο Πατέρα και τον Μονογενή Σου Υιό και το Ζωοποιό Σου Πανάγιο Πνεύμα και τώρα και σε όλους τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

29 Νοεμβρίου – Ὁ Ἅγιος Φιλούμενος ὁ νέος Ἱερομάρτυρας

Ἀπὸ μικρὸς ὁ Ἅγιος Φιλούμενος ἀγάπησε τὸν Χριστό.  Σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του περίμεναν νὰ ἀποκοιμηθεῖ ὁ μεγαλύτερός τους ἀδελφὸς καὶ αὐτοὶ σηκώνονταν καὶ προσεύχονταν κρυφὰ γιὰ ὦρες.

Κατάγονταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ὁροῦντα τῆς ἐπαρχίας Μόρφου.  Καλὴ παιδαγωγὸ καὶ δασκάλα τῆς εὐσεβείας εἶχαν τὴ γιαγιά τους Λωξάντρα, ἡ ὁποία τοὺς ζητοῦσε νὰ τῆς διαβάζουν βίους ἁγίων.

Διαβάζοντας ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ Φιλούμενος, τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, ὡς ἄλλος μιμητὴς ἐκείνου, ἔκαυσε τὶς ἐπιθυμίες τοῦ κόσμου τούτου.

Τὰ δίδυμα τέκνα τῆς Μαγδαληνῆς καὶ Γεωργίου Ὀρουντιώτη, Φιλούμενος καὶ Ἐλπίδιος φλεγόμενα ἀπὸ θεῖο ἔρωτα, ξεκίνησαν γιὰ τὴν παλαίφατη Ἱερὰ Μονὴ Σταυροβουνίου.

Ἐκεῖ παρέμειναν γιὰ πέντε χρόνια καὶ μετὰ ἀνεχωρήσαν ἀπὸ τὴ μαρτυρικὴ γῆ τῆς Κύπρου στὴν Ἁγία Γῆ τῶν Ἱεροσολύμων. Ὁ πατὴρ Ἐλπίδιος μετὰ ἀπὸ δώδεκα ἔτη διακονίας στὰ Ἱεροσόλυμα συνέχισε τὸν ἐκκλησιαστικό του βίο σὲ διάφορα μέρη τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἐκοιμήθη στὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ὁ Φιλούμενος ἔμεινε στὴν ἁγία γῆ γιὰ 46 ἔτη διακονώντας τὴν ἐκεῖ ἀδελφότητα τοῦ Πατριαρχείου, ὡς φύλακας ἁγίων τόπων, ἀλλὰ ἐξαιρέτως ἁγίων τρόπων.

Τελευταῖος σταθμὸς τῆς διακονίας του ἦταν τὸ Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, τὸ ὁποῖον ἔγινε τόπος τοῦ μαρτυρίου του.

Στὶς 29 Νοεμβρίου 1979, ἡμέρα τῆς ὀνομαστικῆς του ἑορτῆς, φανατικοὶ σιωνιστές, ποὺ διεκδικοῦσαν τὸ προσκύνημα ὡς δικό τους, τὸν κατέκοψαν τὴν ὥρα τοῦ ἑσπερινοῦ. Ἁγιοταφίτες πατέρες παρέλαβαν τὸ τίμιό του λείψανο ἔπειτα ἀπὸ πέντε ἡμέρες καὶ τὸ ἐνταφίασαν στὴν ἁγία γῆ.

Κατὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του, μετὰ ἀπὸ τρία ἔτη, αὐτὰ εὐωδίαζαν δείχνοντας τὴν ἁγιότητά του.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τὴν 29η Νοεμβρίου, ἐξαιρέτως δὲ στὴν κοινότητα τῆς Ὁροῦντας μὲ παννύχιο ἀγρυπνία.

Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης.

Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης.

Ο κόσμος βρίσκεται σε κατάσταση αδράνειας, είναι βυθισμένος στον ύπνο της αμαρτίας. Κοιμάται βαθιά. Κι ο Θεός τον ξυπνάει με πολέμους, θανατικές επιδημίες, πυρκαγιές, καταστροφικές καταιγίδες, σεισμούς, πλημμύρες, κακούς θερισμούς…

Τα κρίματα του Θεού είναι απροσμέτρητη άβυσσος, όπως είπε ο προφήτης, και οι ενέργειές Του ανεξιχνίαστες και ακατανόητες και δεν μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίζει τα πάντα με ακρίβεια. Ο Θεός είναι δίκαιος και δεν κάνει καμμία αδικία. Όσα επιτρέπει να γίνονται, όλα δικαίως γίνονται.

«Τις γαρ έγνω νουν Κυρίου;», ρωτάει ο Απόστολος Παύλος.«Τα κρίματα σου, άβυσσος πολλή» (Ψαλμ. λε’, 7) Την απόλυτη εξήγηση γνωρίζει μόνον Εκείνος. Δεν είναι καθόλου εύκολο να ερμηνεύσουμε τα κρίματα του Θεού, το θέλημα Του.Όπως λέει ο Προφήτης Ησαΐας, τα κρίματα του Θεού απέχουν από τα κρίματα των ανθρώπων, όσο απέχει ο ουρανός από τη γη.Και ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος λέει Η Θεία Πρόνοια είναι ανεξήγητη και η φροντίδα του Θεού ακατανόητη. Τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος πολλή.Είναι αξιοθαύμαστο πράγμα ότι ο Θεός μας ευεργετεί όχι με αυτά που φαίνονται ευνοϊκά, αλλά με αυτά που είναι αντίθετα και εχθρικά. Όταν τα κακά αυξηθούν και οι δούλοι Του κακοποιούνται και οι εχθροί επιπίπτουν εναντίον τους με σφοδρότητα, σαν μεθυσμένοι, τότε δείχνει την μεγάλη Του δύναμι….Όταν ο Θεός θελήση, τίποτε δεν μπορεί να Τον εμποδίση από το να μας στείλη την ενίσχυσί Του και την συμπαράστασί Του. Αρκεί τότε ένα όπλο του Θεού, ένας στρατιώτης του Θεού, η δύναμις του Θεού, το νεύμα μόνο του Θεού. Και οι ισχυροί εχθροί εκμηδενίζονται. Εμείς ας προσευχηθούμε στον Χριστόν και ας πούμε: «Χριστέ, πες έναν λόγο και θα διασκορπισθούν οι εχθροί Σου. Πες έναν λόγο, και θα ελεήσης την πόλι Σου. Πες ένα λόγο, και θα οικτειρήσης τον κόσμο Σου». Ας Του πούμε: «Να, οι εχθροί Σου κάνουν κρότο, και αυτοί που Σε μισούν σήκωσαν το κεφάλι τους» (Ψαλμ. πβ’, 3). Και τότε αρκεί μια γυναίκα σαν την Ιαήλ, σαν την Δεβώρα, σαν την άλλη που με τεμάχιο από μυλόπετρα εξουδετέρωσε τον αδελφοκτόνο βασιλέα Αβιμέλεχ (Κριτ. θ’, 50-53), να φέρη την νίκη.
Ο Θεός είναι «ευμήχανος» και έχει πολλών ειδών φάρμακα για την σωτηρία μας.

Η μεγάλη υποκρισία κυριάρχησε στους ηγέτες των χριστιανικών λαών, που αν και μιλούσαν διαρκώς για την ειρήνη στην πραγματικότητα κρυφά έκλειναν συμφωνίες, Και κάθε κρυφή συμφωνία τους σήμαινε πόλεμο. Παντού βρυχώνται οι προετοιμασίες για τον πόλεμο…

 Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
https://iconandlight.wordpress.com/2019/01/11/%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B7-%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B7%CF%83%CE%B5-%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B7/

Προσευχή για την Ελλάδα μας

Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, Εσύ είσαι ο πλούσιος σε έλεος και ευσπλαχνία και συγκαταβαίνεις να εισακούεις τις προσευχές μας, προσευχές και κραυγές ικεσίας αμαρτωλών δούλων σου. Συ με τη σοφή φιλάνθρωπη πρόνοιά σου διευθύνεις και κυβερνάς τη ζωή όλων μας, τη ζωή όλων των ανθρώπων. Και όταν μας παιδαγωγείς με τα διάφορα δυσάρεστα για μας γεγονότα και θλίψεις, επιδιώκεις να μας επαναφέρεις στο αρχαίο κάλλος και την πρώτη ευγένεια που χάσαμε με τη συμβουλή του εχθρού της σωτηρίας μας διαβόλου. «Θέλεις πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. β΄ 4).

Γι’ αυτό, Θεέ Πανοικτίρμων, παρ’ όλο που αμαρτήσαμε και αδιαφορήσαμε για τις άγιες εντολές σου και πολιτευθήκαμε αναξίως της κλήσεώς μας και του Ευαγγελίου του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, τολμούμε να προσπέσουμε στο θρόνο της χάριτός σου και να Σε παρακαλέσουμε και να Σε ικετεύσουμε, Εσένα τον πανοικτίρμονα και υπεράγαθο Θεό μας.
Διώξε μακριά από τη χώρα μας «πάντας τους εχθραίνοντας ημάς ματαίως». Διάλυσε τα καταχθόνια σχέδιά τους. Σύντριψε τα δόντια όλων αυτών που ως άγρια θηρία έρχονται να μας κατασπαράξουν και να μας καταφάγουν. Απελευθέρωσε το λαό σου από κάθε φόβο επερχομένων κακών και διαφύλαξε και προστάτευσε όλους μας με το παντοκρατορικό σου χέρι από τις ποικίλες συμφορές. Σε Σένα ελπίζουμε και Σε Σένα μόνο στηριζόμαστε, γιατί Συ είσαι παντοδύναμος Θεός και με την ακατανίκητη δύναμή σου μπορείς να μας προστατεύσεις και να μας ασφαλίσεις από όλα τα δεινά και τις επερχόμενες συμφορές.
Θεέ πολυεύσπλαχνε, πανάγαθε και πολυέλεε, στο άπειρο έλεος και τη φιλάνθρωπη ευσπλαχνία σου καταφεύγουμε και Σε παρακαλούμε και Σε ικετεύουμε να ακούσεις την κραυγή μας, να δεχθείς την θερμή παράκληση και ικεσία μας και να προστατεύσεις την χώρα μας και τον καθένα μας.
Συ είσαι η πηγή του ελέους, και της ευσπλαχνίας ανεξιχνίαστος άβυσσος, και σε Σένα την δόξα αναπέμπουμε, τον Άναρχο Πατέρα και τον Μονογενή Σου Υιό και το Ζωοποιό Σου Πανάγιο Πνεύμα και τώρα και σε όλους τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.