30 Σεπτεμβρίου: Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος

Ἔζησε καὶ μαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκρατορίας Διοκλητιανοῦ.

Ἦταν γιὸς τοῦ Ἀνάκ, ὁ ὁποῖος ἦταν συγγενὴς τοῦ βασιλιὰ τῆςἈρμενίας Κουσαρῶ. Ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ὑπεύθυνους γιὰ τὴ δολοφονία τοῦ βασιλιὰ τῆς Ἀρμενίας. Οἱ Ἀρμένιοι γιὰ νὰ ἐκδικηθοῦν σκότωσαν τὸν Ἀνὰκ καὶ τὴν οἰκογένειά του, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Γρηγόριο καὶ ἕναν ἀδελφό του. Μετὰ ἀπὸ χρόνια ὁ γιὸς τοῦ Κουσαρῶ, ὁ Τηριδάτης, συνέλαβε τὸν Γρηγόριο ἐπειδὴ ἦταν χριστιανὸς καὶ τὸν βασάνισε σκληρά. Ὅταν δὲ ἔμαθε ὅτι πρόκειται γιὰ τὸ γιὸ τοῦ Ἀνάκ, ὁ ὁποῖος εὐθυνόταν γιὰ τὴ δολοφονία τοῦ πατέρα του, διέταξε νὰ τὸν ρίξουν σὲ λάκκο μὲ φίδια καὶ ἄλλα ἑρπετά. Ὁ Γρηγόριος ὄχι μόνο δὲν ἔπαθε τίποτα ἀλλὰ ἐπέζησε γιὰ 15 χρόνια τρεφόμενος μὲ τὸ ψωμὶ ποὺ τοῦ πήγαινε κρυφὰ μιὰ χήρα.

Κάποια στιγμὴ ὁ Τηριδάτης παραφρόνησε. Ἡ ἀδελφή τοῦ βασιλιὰ ἄκουσε μία μέρα φωνή, ἡ ὁποία τῆς ἔλεγε πὼς ἂν ἤθελε νὰ θεραπευτεῖ ὁ ἀδελφός της θὰ ἔπρεπε νὰ ἐλευθερώσουν τὸν Γρηγόριο. Πράγματι ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὸν λάκκο ὁ Ἅγιος θεράπευσε τὸν βασιλιά.
Ἐξεδήμησε εἰς Κύριον ἐν εἰρήνῃ.

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τῇ γεωργίᾳ, ἐνεούργησας, βροτῶν καρδίας, κατασπείρας τὴν τοῦ Λόγου ἐπίγνωσιν, καὶ λαμπρυνθεὶς μαρτυρίου τοῖς στίγμασιν, ἱεραρχίᾳ Γρηγόριε ἔφανας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Πνευματικά μηνύματα

Έρχεται ο κακός λογισμός και σου λέει, «μην προσπαθείς, δεν αλλάζεις, δεν γίνεται, η ζωή σου δε μπορεί να γίνει καλύτερη, τα πάθη σου δεν μεταμορφώνονται…». Και εκεί κάπου αρχίζει ένας αόρατος πόλεμος.
Όμως σκέψου:
Όταν λέμε ότι γίνονται αλλαγές δεν λέμε ότι θα γίνουν αύριο το πρωί.
Όταν λέμε ότι γελάμε δεν σημαίνει ότι δεν θα ξανακλάψουμε.
Όταν λέμε ότι επιλέγουμε την χαρά, δεν σημαίνει ότι δεν θα νιώσουμε ποτέ ξανά θλίψη.
Όταν λέμε ότι είμαστε καλά δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε προβλήματα.
Όλοι αυτοί που τα κατάφεραν δεν ήταν τέλειοι αλλά είχαν πίστη και πείσμα. Εάν θες να πετύχεις να είσαι έτοιμος για πολλές αποτυχίες.
Πατήρ Λίβυος

Προσευχή για την Ελλάδα μας

Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, Εσύ είσαι ο πλούσιος σε έλεος και ευσπλαχνία και συγκαταβαίνεις να εισακούεις τις προσευχές μας, προσευχές και κραυγές ικεσίας αμαρτωλών δούλων σου. Συ με τη σοφή φιλάνθρωπη πρόνοιά σου διευθύνεις και κυβερνάς τη ζωή όλων μας, τη ζωή όλων των ανθρώπων. Και όταν μας παιδαγωγείς με τα διάφορα δυσάρεστα για μας γεγονότα και θλίψεις, επιδιώκεις να μας επαναφέρεις στο αρχαίο κάλλος και την πρώτη ευγένεια που χάσαμε με τη συμβουλή του εχθρού της σωτηρίας μας διαβόλου. «Θέλεις πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. β΄ 4).

Γι’ αυτό, Θεέ Πανοικτίρμων, παρ’ όλο που αμαρτήσαμε και αδιαφορήσαμε για τις άγιες εντολές σου και πολιτευθήκαμε αναξίως της κλήσεώς μας και του Ευαγγελίου του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, τολμούμε να προσπέσουμε στο θρόνο της χάριτός σου και να Σε παρακαλέσουμε και να Σε ικετεύσουμε, Εσένα τον πανοικτίρμονα και υπεράγαθο Θεό μας.
Διώξε μακριά από τη χώρα μας «πάντας τους εχθραίνοντας ημάς ματαίως». Διάλυσε τα καταχθόνια σχέδιά τους. Σύντριψε τα δόντια όλων αυτών που ως άγρια θηρία έρχονται να μας κατασπαράξουν και να μας καταφάγουν. Απελευθέρωσε το λαό σου από κάθε φόβο επερχομένων κακών και διαφύλαξε και προστάτευσε όλους μας με το παντοκρατορικό σου χέρι από τις ποικίλες συμφορές. Σε Σένα ελπίζουμε και Σε Σένα μόνο στηριζόμαστε, γιατί Συ είσαι παντοδύναμος Θεός και με την ακατανίκητη δύναμή σου μπορείς να μας προστατεύσεις και να μας ασφαλίσεις από όλα τα δεινά και τις επερχόμενες συμφορές.
Θεέ πολυεύσπλαχνε, πανάγαθε και πολυέλεε, στο άπειρο έλεος και τη φιλάνθρωπη ευσπλαχνία σου καταφεύγουμε και Σε παρακαλούμε και Σε ικετεύουμε να ακούσεις την κραυγή μας, να δεχθείς την θερμή παράκληση και ικεσία μας και να προστατεύσεις την χώρα μας και τον καθένα μας.
Συ είσαι η πηγή του ελέους, και της ευσπλαχνίας ανεξιχνίαστος άβυσσος, και σε Σένα την δόξα αναπέμπουμε, τον Άναρχο Πατέρα και τον Μονογενή Σου Υιό και το Ζωοποιό Σου Πανάγιο Πνεύμα και τώρα και σε όλους τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

29 Σεπτεμβρίου: Ὁ Ὅσιος Κυριακὸς ὁ Ἀναχωρητὴς

Ἦταν ἄνθρωπος ποὺ καλλιεργοῦσε ὑπομονήν καὶ πραότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ πέτυχε στὴν ἀσκητική του ζωή.

Γεννήθηκε στὴν Κόρινθο τὸ 5ο αἰῶνα, ἀπὸ ἱερέα πατέρα, τὸν Ἰωάννη. Τὴν μητέρα του τὴν ἔλεγαν Εὐδοξία καὶ εἶχε ἀδελφὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κορίνθου Πέτρο.

Ἀπὸ ἱερατικό, λοιπόν, γένος ὁ Κυριακός, σὲ νεαρὴ ἡλικία πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ Λαύρα τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου. Ἐκεῖ, ὁ Μέγας Εὐθύμιος, τὸν ἔκανε μοναχὸ καὶ τὸν ἔστειλε στὸν ἀσκητὴ Γεράσιμο. Ὅταν πέθανε ὁ Γεράσιμος, ὁ Κυριακὸς ἐπέστρεψε στὴν Λαύρα τοῦ Εὐθυμίου, ὅπου μὲ ζῆλο καλλιεργοῦσε τὶς ἀρετές του, ὥσπου κάποια στάση ποὺ ἔγινε στὴ Λαύρα τοῦ Εὐθυμίου τὸν ἀνάγκασε νὰ πάει στὴ Λαύρα τοῦ Σουκᾶ.

Ἐκεῖ 40 χρονῶν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ ἀνέλαβε τὴν ἐπιστασία τοῦ Σκευοφυλακίου. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν διέκρινε ἀπέναντι στοὺς συμμοναστές του, ἦταν ὁ γαλήνιος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο τοὺς ἀντιμετώπιζε, γι’ αὐτὸ καὶ ἦταν παράδειγμα πρὸς μίμηση ἀπὸ ὅλους.
Ἑβδομήντα χρονῶν ὁ Κυριακός, ἔφυγε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ μὲ ὑπομονὴ γύρισε πολλὰ μοναστήρια καὶ σκῆτες, ὅπου ἔζησε μὲ αὐστηρότατη ἄσκηση. Τελικά, πέθανε 107 χρονῶν, καὶ σὲ ὅλους ἔμεινε ἡ ἐνθύμηση τοῦ ἀσκητή, ποὺ ἔδειχνε «πραότητα πρὸς πάντας ἀνθρώπους». Πραότητα, δηλαδή, σ’ ὅλους ἀνεξαίρετα τοὺς ἀνθρώπους.

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Χριστῷ ἠκολούθησας, καταλιπῶν τὰ τῆς γῆς, καὶ βίον ἰσάγγελον, ἐπολιτεύσω σαφῶς, ὡς ἄσαρκος Ὅσιε· σὺ γὰρ ἐν ταῖς ἐρήμοις, προσχωρῶν θείῳ πόθῳ, σκίλλῃ πικρᾷ τὴν πάλαι, πικρὰν γεῦσιν ἀπώσω. Διὸ Κυριακὲ θεοφόρε, ἀξίως δεδόξασαι.

 

«Σώπα, τον άρπαξε η Θεία Χάρη»!

Μαρτυρίες για τη Θεία Λειτουργία
Στη Μονή του Αγίου Σάββα (στα Ιεροσόλυμα) γνώρισα και τον ιερομόναχο Γερμανό. Αυτός καταγόταν από την Κέρκυρα και ασπάσθηκε τον μοναχισμό από νεαρής ηλικίας. Απλός, άκακος, απονήρευτος, μειλίχιος, ταπεινός και υπόδειγμα αληθινού μοναχού. Στη Μονή του Αγίου Σάββα υπάρχει η συνήθεια, στη λειτουργία, όταν γίνει η μεγάλη είσοδος, ο νεωκόρος να τραβάει τα παραπετάσματα που είναι δεξιά και αριστερά της αγίας τράπεζας, και ο λειτουργός ιερέας κλείνεται, κατά κάποιο τρόπο, στην αγία τράπεζα. Αυτό γίνεται για να αφιερωθεί εντελώς ο λειτουργός ιερέας στην τέλεση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.
Κατά την τετάρτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής το έτος 1888 ιερουργούσε στον καθολικό (κεντρικό) ναό ο ιερομόναχος Γερμανός. Εγώ ήμουν στον δεξιό χορό μαζί με τους ψάλτες. Κοντά μου στεκόταν ο ιερομόναχος Κύριλλος, αδελφός της Μονής, ηλικίας εβδομήντα ετών. Αφού έγινε η μεγάλη είσοδος και εισήλθε στο θυσιαστήριο (το άγιο βήμα) με τα τίμια δώρα ο λειτουργός ιερομόναχος Γερμανός, έσυρε ο νεωκόρος τα δεξιά και αριστερά της αγίας τράπεζας παραπετάσματα.
Όταν ο ιερουργών Γερμανός εξήλθε στη βασιλική θύρα, για να ευλογήσει το εκκλησίασμα, μου φάνηκε το πρόσωπό του ως φλόγα πυρός. Νόμισα ότι κάτι δυσάρεστο του συνέβη και είπα με συγκίνηση προς τον ιερομόναχο Κύριλλο που στεκόταν κοντά μου:
«Τι έπαθε ο παπα-Γερμανός;»
«Σώπα», μου λέει, «τον άρπαξε η θεία χάρη. Δεν είναι πλέον πνευματικά σε αυτό τον κόσμο, βρίσκεται πνευματικά στον ουρανό· δεν βλέπεις ότι μηχανικά και σαν αφηρημένος κάνει τις κινήσεις;»
Του λέω: «Πρώτη φορά το έπαθε αυτό ή και άλλοτε;»
«Πάντοτε όταν ιερουργεί, του συμβαίνει αυτό».
Από τότε παρατηρούσα και πάντοτε, όταν ιερουργούσε, αρπαζόταν από τη θεία χάρη. Δεν τολμούσα όμως να του πω τίποτε. Συνέχεια

Προσευχή για την Ελλάδα μας

Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, Εσύ είσαι ο πλούσιος σε έλεος και ευσπλαχνία και συγκαταβαίνεις να εισακούεις τις προσευχές μας, προσευχές και κραυγές ικεσίας αμαρτωλών δούλων σου. Συ με τη σοφή φιλάνθρωπη πρόνοιά σου διευθύνεις και κυβερνάς τη ζωή όλων μας, τη ζωή όλων των ανθρώπων. Και όταν μας παιδαγωγείς με τα διάφορα δυσάρεστα για μας γεγονότα και θλίψεις, επιδιώκεις να μας επαναφέρεις στο αρχαίο κάλλος και την πρώτη ευγένεια που χάσαμε με τη συμβουλή του εχθρού της σωτηρίας μας διαβόλου. «Θέλεις πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. β΄ 4).

Γι’ αυτό, Θεέ Πανοικτίρμων, παρ’ όλο που αμαρτήσαμε και αδιαφορήσαμε για τις άγιες εντολές σου και πολιτευθήκαμε αναξίως της κλήσεώς μας και του Ευαγγελίου του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, τολμούμε να προσπέσουμε στο θρόνο της χάριτός σου και να Σε παρακαλέσουμε και να Σε ικετεύσουμε, Εσένα τον πανοικτίρμονα και υπεράγαθο Θεό μας.
Διώξε μακριά από τη χώρα μας «πάντας τους εχθραίνοντας ημάς ματαίως». Διάλυσε τα καταχθόνια σχέδιά τους. Σύντριψε τα δόντια όλων αυτών που ως άγρια θηρία έρχονται να μας κατασπαράξουν και να μας καταφάγουν. Απελευθέρωσε το λαό σου από κάθε φόβο επερχομένων κακών και διαφύλαξε και προστάτευσε όλους μας με το παντοκρατορικό σου χέρι από τις ποικίλες συμφορές. Σε Σένα ελπίζουμε και Σε Σένα μόνο στηριζόμαστε, γιατί Συ είσαι παντοδύναμος Θεός και με την ακατανίκητη δύναμή σου μπορείς να μας προστατεύσεις και να μας ασφαλίσεις από όλα τα δεινά και τις επερχόμενες συμφορές.
Θεέ πολυεύσπλαχνε, πανάγαθε και πολυέλεε, στο άπειρο έλεος και τη φιλάνθρωπη ευσπλαχνία σου καταφεύγουμε και Σε παρακαλούμε και Σε ικετεύουμε να ακούσεις την κραυγή μας, να δεχθείς την θερμή παράκληση και ικεσία μας και να προστατεύσεις την χώρα μας και τον καθένα μας.
Συ είσαι η πηγή του ελέους, και της ευσπλαχνίας ανεξιχνίαστος άβυσσος, και σε Σένα την δόξα αναπέμπουμε, τον Άναρχο Πατέρα και τον Μονογενή Σου Υιό και το Ζωοποιό Σου Πανάγιο Πνεύμα και τώρα και σε όλους τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

28 Σεπτεμβρίου: Ὁ Ὅσιος Χαρίτων ὁ Ὁμολογητής

Κατεῖχε μεγάλη κοινωνικὴ θέση στὸ Ἰκόνιο, ἀλλὰ καὶ μεγάλες χριστιανικὲς ἀρετές.

Ὅταν, λοιπόν, ὁ αὐτοκράτωρ Αὐρηλιανὸς (270 – 275) ἐξέδωσε διάταγμα κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ ἔπαρχος Ἰκονίου συνέλαβε τὸν Χαρίτωνα ἀπὸ τοὺς πρώτους. Τὰ βασανιστήρια ποὺ ὑπέστη ἦταν σκληρά. Ὅμως ὁ Χαρίτων ἔμεινε ἀμετακίνητος στὴν πίστη του.

Στὸ διάστημα δὲ ποὺ βρισκόταν στὴ φυλακή, ὁ Αὐρηλιανὸς δολοφονήθηκε. Ὁ Διάδοχός του Πρόβος σταμάτησε τὸ διωγμὸ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ Χαρίτων ἀπελευθερώθηκε.

Ἀποφάσισε, τότε, νὰ πάει προσκυνητὴς στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἀλλὰ στὸν δρόμο συνελήφθη ἀπὸ λῃστές, ποὺ τὸν ὁδήγησαν στὸ κρησφύγετό τους. Ὅταν ἔφθασαν στὴ σπηλιά τους, ἔφαγαν καὶ ἤπιαν. Ἀλλὰ τὸ κρασὶ ἦταν δηλητηριασμένο καὶ πέθαναν ὅλοι. Τότε, ἡ σπηλιὰ ἐκείνη τῶν λῃστῶν μετατράπηκε ἀπὸ τὸν Ὅσιο σὲ ἐκκλησία τοῦ θεοῦ.

Ἡ φήμη τοῦ Χαρίτωνα ἔφερε κοντὰ του πολλοὺς μαθητές. Τοὺς κυβερνοῦσε μὲ στοργὴ καὶ τοὺς προήγαγε σὲ ὑψηλὲς βαθμίδες ἀρετῆς. Ποθώντας, ὅμως, περισσότερη ἡσυχία, ὅρισε διάδοχό του στὸ μοναστῆρι καὶ ἀναχώρησε στὴν ἔρημο, ὅπου ἀσκήτεψε μέσα σὲ διάφορα σπήλαια.

Ὅταν πλησίαζε τὸ τέλος του, ἐπέστρεψε στὸ ἀρχικό του μοναστῆρι, κοντὰ στοὺς ἀγαπημένους του μαθητές, τοὺς ὁποίους εἶχε ὁδηγήσει «ἐπὶ ζωῆς πηγᾶς ὑδάτων». Δηλαδὴ τοὺς εἶχε ὁδηγήσει σὲ πηγὲς νερῶν, ποὺ εἶναι γεμάτα ζωή.
Ἐκεῖ, λοιπόν, παρέδωσε ἥσυχα καὶ εἰρηνικὰ τὴν ψυχή του στὸν Θεό.

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χαρίτων τοῦ Πνεύματος, καταυγασθεὶς ταῖς αὐγαῖς, φωστὴρ ἐχρημάτισας, τῆς ἐναρέτου ζωῆς, Χαρίτων μακάριε· σὺ γὰρ ὁμολογίᾳ, ἀληθείας ἐμπρέψας, ἔλαμψας ἐν ἐρήμῳ, ἐγκράτειας τοῖς πόνοις. Διὸ τῶν εὐφημούντων σε, Πάτερ μνημόνευε.