Έλα πάτερ, ο γυιός μου πεθαίνει. Να τον εξομολογήσεις, να κοινωνήσει. Να μην φύγει έτσι…

Γράφει ὁ περίφημος ρῶσσος ἱερέας, π. Δημήτριος Ντοῦτκο:
Μιά ἡμέρα, ἦλθε μιά γριούλα στό σπίτι μου καί μοῦ εἶπε:
-Ἔλα πάτερ, ὁ γυιός μου πεθαίνει. Νά τόν ἐξομολογήσεις, νά κοινωνήσει. Νά μήν φύγει ἔτσι.
Ἑτοιμάστηκε καί πῆγαν.
Ἔφτασαν στό σπίτι, ἄνοιξε ἡ γριά, μπῆκαν μέσα καί τοῦ λέει:
-Ἄνοιξε αὐτή τήν πόρτα καί μπές. Εἶναι ὁ γυιός μου, κατάκοιτος. Ἑτοιμοθάνατος. Σέ περιμένει. Ἐγώ περιμένω ἀπ’ ἔξω.
Ἀνοίγει ὁ παπάς τήν πόρτα, μπαίνει μέσα, ἀλλά νά· πετιέται ὅσο ἦταν δυνατό νά πεταχθεῖ ὁ ἑτοιμοθάνατος ἐπάνω καί ρωτᾶ ἀγριεμένος:
-Ποιός εἶναι;
-Ἐγώ.
-Ποιός εἶσαι σύ;
-Ὁ παπάς εἶμαι.
-Ὁ παπάς; Τί θέλει ὁ παπάς στό σπίτι μου; Καί ἄρχισε τίς βλαστήμιες.
-Συγγνώμη, τοῦ λέει. Δέν ἦλθα μόνος μου. Μέ φώναξες.
-Ἐγώ;
-Δέν ξέρω ἄν ἐσύ. Μιά γριούλα μέ ἔφερε ἐδῶ. Ἕνας δικός σου ἄνθρωπος μ’ ἔφερε. Ποῦ τὄξερα ἐγώ;
-Ποιός ἄνθρωπος ἦταν αὐτός, πού σέ ἔφερε ἐδῶ;
Κοιτάζει ὁ παπάς, πάνω ἀπό τό προσκέφαλό του ἦταν ἡ φωτογραφία μιᾶς γυναίκα. Καί λέει:
-Νά ἐκείνη μέ φώναξε.
-Καί ποῦ εἶναι ἐκείνη;
-Ἀπ’ ἔξω. Περιμένει. Στό ἄλλο δωμάτιο.
-Τί λές; Ξέρεις τί λές;
-Πῶς δέν ξέρω. Αὐτή μέ ἔφερε.
-Αὐτή εἶναι ἡ μάνα μου. Ἔχει πεθάνει δεκαπέντε χρόνια τώρα. Καί λέγοντας αὐτά ὁ ἄρρωστος καί βλέποντας τόν παπά νά τοῦ λέει τήν ἀλήθεια, αἰσθάνθηκε κάτι τό ἐντελῶς διαφορετικό. Τί αἰσθάνθηκε;

-Ἐκείνη τήν στιγμή, ἄνοιξαν οἱ οὐρανοί καί κατάλαβε ὅτι ἀπό τόν οὐρανό κατέβηκε ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἡ μητέρα του καί πῆγε νά βρεῖ τόν παπά, νά τόν πάει κοντά του, γιά νά ἐξομολογηθῆ καί νά σωθῆ.
Καί εἶδε τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου νά ἔχεται ἐν δόξῃ γιά νά τόν παραλάβει. Ἐξομολογήθηκε, ζήτησε συγγνώμη, ζήτησε τήν Θεία Κοινωνία καί ἔφυγε γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Πῶς καί πότε;
Ὄχι ἐπειδή τοῦ βάλαμε ἕνα κομματάκι ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ στό στόμα του, ἐνῶ ἦταν πεθαμένος σωματικά καί ψυχικά.
Ἀλλά γιατί γι’ αὐτόν ἄνοιξαν οἱ οὐρανοί, κατέβηκε ἄγγελος καί τόν ἔσπρωξε σέ μετάνοια.

+Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιος