Αιτία της απώλειάς είναι το βόλεμά μας, η καλοπέρασή μας και η αμετανοησία μας

Πόσο πονάμε για την Σωτηρία μας;
Πόσο κοπιάζουμε για τον Χριστό μας;
Πόσο ποθούμε το Φως, την Αλήθειας, τον Θεόν;
Δεν υπάρχει αδελφοί μου καλογερική πνευματικότητα ή λαϊκή πνευματικότητα. Υπάρχει η Πατερική πνευματικότητα.
Δεν υπάρχει άλλος Χριστός για τους μοναχούς και άλλους για τους λαϊκούς, άλλος για τους νέους και άλλος για τους γέρους. Ένας είναι ο Χριστός για όλους, ένα είναι το Ευαγγέλιο, η ίδια μετάνοια χρειάζεται σε όλους μας, ο ίδιος ζήλος για άσκηση και κάθαρση από τα πάθη μας.
Μην αμνηστεύουμε την νωθρότητα της ζωής μας επειδή μένουμε μέσα στον κόσμο.

Σίγουρα ο δρόμος του καθενός διαφέρει, όμως ο τρόπος ζωής μας έχει κοινά χαρακτηριστικά, διότι έχουμε κοινό στόχο που είναι ο Χριστός.
Από την στιγμή που επαναπαυόμαστε στην μαλθακότητα, στην αδιαφορία, στην επιφανειακή χριστιανική ζωή με την δικαιολογία ότι ζούμε μέσα στον κόσμο, αρχίζουμε και φλερτάρουμε με την αιώνια απώλεια.

Η Σωτηρία μας δεν θα έλθει επειδή ακούμε όμορφες ομιλίες ή γνωρίζουμε κάποιους κληρικούς ή μοναχούς. Η Σωτηρία μας έρχεται όταν εμείς οι ίδιοι ζούμε καθαρά και ταπεινά, υπακούοντας σε όλα όσα μας λέγει η Εκκλησία του Χριστού δια του στόματος των Αποστόλων, των Θεοφόρων Πατέρων Της, των Αγίων Της.
Εάν, έστω και σε ένα παρακούμε κατ’ εξακολούθηση, όταν έστω και ένα απορρίπτουμε από το Νόμο του Θεού τότε γινόμαστε ένοχοι όλου του Νόμου.
«Όστις πταίση εν ενί, γέγονε πάντων ένοχος» (Ιακ. Β΄, 10) Το ίδιο αναφέρεται και στον Ευαγγελιστή Ματθαίο: «Όποιος, λοιπόν, καταργήσει και μία από τις πιο μικρές εντολές του Νόμου και διδάξει έτσι τους άλλους (με λόγια, έργα ή με τη συμπεριφορά του) θα θεωρηθεί ελάχιστος στη βασιλεία του Θεού». Και ο ιερός Χρυσόστομος αναλύει: «Όταν ακούεις τη φράση ελάχιστος, μη εννοείς τίποτε άλλο, παρά την αιώνια τιμωρία και κόλαση» (ΕΠΕ τομ. 9, σελ. 539).
Η προβολή του ισχυρισμού ότι τηρεί κάποιος όλες τις άλλες διατάξεις του Θείου Νόμου, δεν τον δικαιολογεί ούτε τον σώζει από την απώλεια.

Εάν λοιπόν η προσωποληψία, παρ’ ότι είναι «μία λεπτή και αφανής παράβαση του νόμου», χαρακτηρίζεται από τον Αδελφόθεο Ιάκωβο ως προσβολή όλου του Θείου Νόμου και του ιδίου του Θεού, τι μπορεί και πρέπει να πει κανείς για τις σύγχρονες αφανείς και εμφανείς λεπτές ή χονδροειδείς παραβάσεις που επιτελούνται από τους σύγχρονους χριστιανούς; Από τις απλές, όπως τους προκλητικούς καλλωπισμούς και ένδυση του σώματος, η αθυροστομία, η απουσία εκκλησιασμού και γενικότερα Μυστηριακής ζωής, μέχρι τις προγαμιαίες σχέσεις δηλαδή την πορνεία, την αποφυγή της τεκνογονίας ή τις εκτρώσεις, την μοιχεία, τον φθόνο, την απάτη, το ψέμα, την μνησικακία, την δολοπλοκία;
Παραβάσεις ηθελημένες, τελούμενες κατόπιν ωρίμου σκέψεως και αποφάσεως, πώς είναι δυνατόν να γίνονται «ελαφρά τη καρδιά» και να αμνηστεύονται στο βωμό του συμφέροντος και του βολέματός μας;

Ο Χριστός αδελφοί μου μας αγαπά, αλλά δεν μπορεί να μας σώσει αιωνίως, δεν μπορεί να μας συγχωρέσει αιωνίως εάν εμείς εμμένουμε στο εγώ μας, στην γνώμη μας, στο βόλεμά μας, στην αμαρτία μας. Το έχουμε ξαναγράψει: η αγάπη του Θεού είναι άνευ όρων προς όλους μας, η Σωτηρία μας όμως δεν είναι άνευ όρων. Δεν θα σωθούμε απροϋπόθετα, δεν θα σωθούμε επειδή απλά λέμε ότι πιστεύουμε στον Χριστό. Θα σωθούμε όταν κάνουμε ταπεινά υπακοή στην Εκκλησία Του. Όχι μόνο σε αυτά που μας βολεύουν αλλά σε όλη την διδασκαλία Της. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Ο πνευματικός μας ίσως μας οικονομήσει σε μερικά θέματα, αλλά μέχρι εκεί. Χωρίς αγώνα δεν υπάρχει στεφάνι. Χωρίς άσκηση δεν υπάρχει προκοπή πνευματική.
Εάν δεν καθαριστούμε δια της μετανοίας από τα πάθη μας βάζουμε ένα τοίχο στον Χριστό και δεν μπορεί να μας αγκαλιάσει. Δεν φταίει ο Χριστός, η αμετανοησία μας φταίει και η εμμονή μας στην καλοπέρασή μας.
Μακάρι όλοι μας να καταλάβουμε ότι η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι το δικό μας τσαντίρι για να την κάνουμε ότι θέλουμε και να την φέρνουμε στα δικά μας μέτρα και σταθμά. Η Εκκλησία είναι του Χριστού. Σ’αυτόν καλούμαστε να κάνουμε υπακοή, Αυτόν καλούμαστε να μιμηθούμε, Αυτόν καλούμαστε να ακολουθούμε ό,τι κι αν μας στοιχίσει.