Ο ΑΘΛΟΣ ΤΟΥ 1940

Έχουν περάσει 78 ολόκληρα χρόνια από τότε που μια Ελλάδα, εξασθενημένη από διάφορες περιπέτειες και στη μέση μιας δικτατορίας, χωρίς φανερές ή έστω κρυφές συμμαχίες, ξεσηκώθηκε ενάντια στη δυσανάλογη γι’ αυτήν απειλή, καταφέρνοντας το πρώτο χτύπημα στο φασισμό.

Και ο ξεσηκωμός εκείνος, πραγματοποιήθηκε από το πρωτογενές σώμα της Ελλάδας, τον ίδιο της το λαό.

Τη Δευτέρα, 28η Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρέσβης στην Ελλάδα, Γκράτσι, με το τελεσίγραφο που παρέδωσε στην ελληνική κυβέρνηση και με το οποίο ζητούσε το δικαίωμα να καταλάβουν οι ιταλικές ένοπλες δυνάμεις, ορισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους, ουσιαστικά κήρυττε τον πόλεμο, στην Ελλάδα, μην αφήνοντας περιθώρια για άλλη απάντηση εκτός από αυτήν, την οποία και τελικά πήρε : ΟΧΙ .

Τη στιγμή εκείνη, κανένας δεν είχε δεύτερη σκέψη στο μυαλό του, κανένας δεν ακούστηκε σε παραφωνία, στο γενικό κλίμα .

Είναι αδύνατο σχεδόν, να πιστέψει κανείς στο ξέσπασμα, στην ανακούφιση εκείνης της μεθυσμένης μέρας.

Όχι μόνο τα παιδιά, οι νέοι που έτρεξαν προς το χακί, προς την υπόσχεση ενός άνισου πολέμου, αλλά και οι μεγάλοι, άντρες και γυναίκες, που είχαν παραμερίσει κάθε λογική, και είχαν πάρει μια βαθιά αναπνοή, αφήνοντας την πικρία της δικτατορίας, για μια νέα ζωή, με φωτεινές ώρες.
Κανένας δεν έτρεξε στα καταστήματα, κανένας δε σκέφτηκε να ψωνίσει, καμιά μορφή λογικής ανησυχίας, δε λειτούργησε στη σκέψη τους.

Τα σχολεία είχαν κλείσει αμέσως, αλλά τα παιδιά δεν είχαν γυρίσει στα σπίτια τους να κρυφτούν, να προστατευτούν. Είχαν ξεχυθεί στους δρόμους, σχηματίζοντας παρελάσεις και τραγουδώντας.

Η 28η Οκτωβρίου 1940, ήταν μια μέρα ίσως μοναδική στην ιστορία μας. Δεν είχε τραγικές ώρες, όπως σε όλον τον κόσμο, όταν τις ψυχές συγκλονίζει το αστροπελέκι του πολέμου. Έμοιαζε μέρα γιορτινή σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Η Αθήνα, το πρωί εκείνο, δεν ήταν μια συνηθισμένη πόλη. Ήταν μια υψικάμινος, που έλιωσε μέσα σε λίγη ώρα, το καθημερινό μέταλλο του λαού και το μετέτρεψε σε καθαρό χρυσάφι.

Κάτω από ένα απέραντο γαλάζιο κύμα, που είχε δημιουργήσει ο σημαιοστολισμός ακόμα και των πιο μακρινών συνοικιών, τα πλήθη παραμιλώντας, έδιναν ασυναίσθητα μέσα σε τρία λόγια, το μήνυμα της αυριανής νίκης : – Να πεθάνουμε, ναι, αλλά σαν Έλληνες.

Στην πλατεία των Εξαρχείων, είχε μαζευτεί από το πρωί, πλήθος κόσμου. Σημαίες γαλανόλευκες κυμάτιζαν και λαϊκοί ρήτορες κήρυσσαν το μίσος τους στον εισβολέα, κορόιδευαν τους «μακαρονάδες» και εξέφραζαν το πάθος που κόχλαζε στη ψυχή όλων των Ελλήνων. Από εκείνη την πρώτη στιγμή, η πατριωτική φλόγα για την μέχρι θανάτου υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, είχε κιόλας ανταμώσει με τη δίψα για ελευθερία και δημοκρατία.

Όλα γίνονταν σύμβολα.

Οι σπουδαστές του Πολυτεχνείου, άρπαζαν από κάποια αίθουσα, κάποιον ανάγλυφο χάρτη της Ελλάδας, τον έβαζαν μπροστά και ξεχύνονταν, έξαλλη διαδήλωση στην οδό Πατησίων. Από το Μοναστηράκι, άλλη διαδήλωση για το Σύνταγμα. Όλες αυτές οι διαδηλώσεις, σε λίγο ενώνονταν και γίνονταν μία: θάλασσα οργισμένη που κυμάτιζε, άφριζε και τραγουδούσε τον εθνικό ύμνο.

«Σε γνωρίζω από την κόψη

του σπαθιού την τρομερή

σε γνωρίζω από την όψη

που με βία μετράει τη γη»

Πρέπει να γνωρίζουμε, ότι αν το ελληνικό έθνος, ζει τόσα χρόνια τώρα, είναι γιατί ο Έλληνας ξέρει να πεθαίνει για την ελευθερία.

Το 1940, ο μικρός σε έκταση, αλλά μεγάλος αυτός τόπος που λέγεται Ελλάδα, αφού είχε μάθει όλο τον κόσμο να ζει, τώρα θα τον μάθαινε και να πεθαίνει.

Όλοι οι εμπόλεμοι, όλων των καιρών, ισχυρίζονται πως ο πόλεμος τους είναι αμυντικός, πως πολεμούν για να διαφεντέψουν τον τόπο τους και τα δίκια

τους. Ακόμα και ο Χίτλερ, όταν εξαπέλυε τις ορδές του εναντίον των σχεδόν άοπλων γειτόνων του, φώναζε πως αμυνόταν εναντίον των – φανταστικών – επιβουλών τους και για να εξασφαλίσει τον απαραίτητο «ζωτικό χώρο» του λαού του.

Ωστόσο, αν υπάρχει πόλεμος που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί γνήσια αμυντικός , απρόκλητος και αθέλητος, είναι βέβαια ο πόλεμος του 1940 – 41 για τους Έλληνες και αυτό είναι κάτι που δεν μπόρεσε κανένας βέβαια να το αρνηθεί.

Άλλωστε, ο πόλεμος εκείνος, εντασσόταν στην πανάρχαια μοίρα του Ελληνισμού: στη μοίρα της παντοτινής άμυνας, της ακούραστης αντίστασης εναντίον κάθε λογής επιδρομέων και κατακτητών που ποθούσαν τα άνυδρα αλλά ζωτικά εδάφη του .

Ο τόπος μας επαληθεύει όσο λίγοι το αξίωμα, ότι: «η ιστορία είναι η γεωγραφία».

Η πορεία των Ελλήνων μέσα στο χρόνο, σφραγίστηκε από τη γεωγραφική θέση της χώρας : από τη μία, ο τόπος μας γνώρισε και αφομοίωσε πολιτισμούς που διασταυρώθηκαν στη συμβολή αυτή, Ασίας και Ευρώπης και στη συνέχεια ανέπτυξε το δικό του, μοναδικό και απαρομοίαστο, πολιτισμό.

Από την άλλη όμως, η θέση αυτή – θέση κλειδί – στρατηγικά ανάμεσα σε τρεις ηπείρους και πέντε θάλασσες, άνοιγε πάντα, τόσο τις ορέξεις των γειτόνων, όσο και των «μεγάλων» της οικουμένης.

Βάρβαροι και πολιτισμένοι, με το γιαταγάνι ή με το σταυρό, χιμούσαν ολοένα καταπάνω σε τούτο το «μικρό αλώνι» και οι Έλληνες βρέθηκαν από την αρχή, αναγκασμένοι να μάχονται για να κρατήσουν ό,τι είχαν, για να κρατηθούν σε αυτή την «ιερή γωνιά» και να μη χάσουν την ανεξαρτησία τους, την προσωπικότητά τους και την πολιτιστική τους ταυτότητα.

Και σήμερα που η Ελλάδα προσπαθεί να ανταποκριθεί στις επιταγές μιας εποχής που σπαράσσεται από συμφέροντα και επιρροές, από υποκινούμενους εθνικισμούς και θρησκόληπτες εξάρσεις, στη μέση της βασιλείας της επικοινωνίας και της ηλεκτρονικής ταχύτητας και κάθε μορφής καταναλωτισμού, ίσως αναρωτιέται κανείς: Πόσα κοινά σημεία έχουμε σαν συλλογική ψυχοσύνθεση εμείς, οι σημερινοί Έλληνες με τους Έλληνες του 1940. Πόσα ομόφωνα «όχι» θα ήμασταν έτοιμοι να πούμε σήμερα στις ποικιλόμορφες απειλές που υψώνονται γύρω μας.

Μπορεί να φαίνεται περίεργο, αλλά τα ίδια ερωτηματικά, για διαφορετικούς βέβαια λόγους, υπήρχαν και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης.
Ο Αλέκος Λιδωρίκης θυμάται :

«Μια νύχτα βροχερή και σκοτεινή, επάνω στην Κλεισούρα, ένα παλικάρι που άκουγε σκεπτικό τα άλλα παιδιά να τραγουδάνε σιγά – σιγά, κουκουλωμένα μέσα στις κουβέρτες και στα αντίσκηνά τους, κάποια στιγμή βούρκωσαν τα μάτια του και μου είπε:

– Ξέρεις τι σκέφτομαι; Πως είμαστε μέχρι τώρα, μια γενιά φτωχή, αλογάριαστη και παρεξηγημένη. Μας έλεγαν ανάξιους των προγόνων μας. Μιλούσαν μόνο γι’ αυτούς κι εμάς τους νέους μας ξεγράφανε, λες κι εμείς δεν είχαμε μέσα στα στήθη μας φωτιά. Αυτό το άθλιο παραμύθι, αυτή η άθλια συκοφαντία, εδώ πάνω στα βουνά της Πίνδου, σαρώθηκαν αμείλικτα. Ένα καινούριο ’21 – που πάντα ζούσε μέσα μας – πρόβαλλε εκτυφλωτικό, για να ξεχύσει τις ακτίνες του στα πέρατα του κόσμου».

Έτσι και σήμερα. Η Ελλάδα μπορεί να στηρίζεται σε μας. Μπορεί να στηρίζεται στα νιάτα της. Γιατί κι εμείς απόγονοι εκείνων που πολέμησαν και πέθαναν το 1940, για να μείνει η πατρίδα μας ελεύθερη, είμαστε. Το ίδιο αίμα κυλάει στις φλέβες μας, τις ίδιες αρετές με αυτούς έχουμε. Γιατί η Ελλάδα προορίζεται να ζήσει και θα ζήσει.