Φώτης Κόντογλου – Ένας πραγματικός ομολογητής της Ορθοδόξου Πίστεως

13/07/1965 Φεύγει από τη ζωή ο Φώτης Κόντογλου, αγιογράφος και λογοτέχνης από τις Κυδωνιές (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας.

Φώτης Κόντογλου. Γεννήθηκε στις Κυδωνιές (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας το 1895. Μετά τον θάνατο του πατέρα του την κηδεμονία αυτού ανέλαβε ο θείος του ιερομόναχος π. Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της μονής Αγ. Παρασκευής. Το σχολείο το τελείωσε στο Αϊβαλί και ήταν μέλος μιας ομάδας μαθητών που εξέδιδε το περιοδικό «Μέλισσα», το οποίο ο Κόντογλου διακοσμούσε με ζωγραφιές. Γράφτηκε στη σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι (1914), όπου μελέτησε τις διάφορες σχολές ζωγραφικής. Κατόπιν πολλών περιπλανήσεων και ταξιδιών εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Το 1923 ταξίδεψε στο Άγιο Όρος, όπου ανακάλυψε την βυζαντινή αγιογραφία και έκτοτε αγωνίσθηκε για την αναβίωση της τέχνης. Την δεκαετία του 1950-1960 βρίσκεται στην κορύφωση της αγιογραφικής του δραστηριότητας. Εκτός από σπουδαίος αγιογράφος υπήρξε και μοναδικός συγγραφέας. Έχει γράψει πλειάδα βιβλίων και άρθρων υψηλής λογοτεχνίας και ωραιότητος συνδυαζόμενα με βαθιά νοήματα.

Όμως, είναι λιγότερο γνωστός για την «τρίτη διάστασή» του. Ο Φώτης Κόντογλου διακρινόταν από βαθιά πίστη και εμβρίθεια εκκλησιαστικών- θεολογικών γνώσεων. Υπήρξε πραγματικός ομολογητής της Ορθοδόξου Πίστεως γράφοντας και μιλώντας υπέρ της Εκκλησιαστικής ακρίβειας και τάξης. Καταφέρθηκε ιδιαιτέρως κατά του Οικουμενισμού και του Παπισμού μην διστάζοντας να ελέγξει ευθέως με επιστολές Επισκόπους και Πατριάρχες που παρέκκλιναν εκ ορθής οδού. Οι επιστολές του που δημοσιεύονται παρακάτω αποτελούν όντως διαχρονικά έργα.

Εμπνευσμένος αποχαιρετισμός  του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου
προς τον Φώτιον Κόντογλου   (Εκοιμήθη στις 13 Ιουλίου 1965)
Μακάριος ανήρ, ος ουκ επορεύθη εν βουλή ασεβών και εν οδώ αμαρτωλών ουκ έστη και επί καθέδρα λοιμών ουκ εκάθισεν.    (Ψαλμ. α” 1)

Μακαρίζομεν, αγαπητοί αδελφοί, σήμερον εν βα­ρεί πένθους, την αφ” ημών απώλειαν ανδρός, του ο­ποίου τας αρετάς ομολογεί σήμερον η συνάθροισις η πολυπληθύς, η οποία τον συνοδεύει μέχρι του τάφου. Και, όντως, αφηρπάγη αφ” ημών συντελεστής μέγας της ορθοδόξου θρησκευτικής ημών ζωής.

Από καλλιτεχνικής, από συγγραφικής, από δημο­σιογραφικής, από ευλαβείας προς τας παραδόσεις της Εκκλησίας ημών και από πάσης άλλης απόψεως, ηγωνίσθη παρά το πλευρόν της Εκκλησίας ακαμάτως, ανιδιοτελώς, με πάσαν γενναιότητα και την εποχήν εκείνην, κατά την οποίαν εναντίον της Εκκλησίας η­μών από τους κόλπους της Δύσεως ώρμησαν οι εχ­θροί της Ορθοδόξου Πίστεώς μας και εστερούμεθα στελεχών δια την μάχην αυτήν, εστερούμεθα υποστηρίξεως και προς τον Κύριον απηυθύναμεν την δέησιν ημών, δια να στερεώση Ημάς και την Πίστιν την Ορθόδοξον, πρώτος πολεμιστής έπαλλε το δόρυ αυτού και δια συγγραμμάτων, κηρυγμάτων και δημοσιογρα­φικής εργασίας, ως καλός πολεμιστής προσήλθε προς ημάς και την ζωήν αυτού δύναταί τις να είπη, ότι αφιέρωσεν εν τη εντατική εργασία εν τω πολεμώ και τω αγώνι τούτω.

Εγνώριζε βαθύτατα την παράδοσιν της Εκκλησίας, εγνώριζε τα δόγματα αυτής, ακόμη την μυστικήν της θεολογίαν και ώρμησεν εις τον αγώνα αυτόν, χωρίς να υπολογίση τας συνεπείας, διότι και συνέπειαι ακόμη επαπειλούντο μέσα εις αυτόν τον κυκεώνα, από τον οποίον μόλις διήλθε και δεν διήλθεν ακόμη η Εκκλησία ημών εν τω πολέμω υπέρ της Ορθοδόξου Πίστεως.

Τοιούτον άνδρα προπέμπομεν σήμερον, άνδρα, ο οποίος μπορεί να καταταγή χωρίς υπερβολήν μεταξύ των αγίων και ομολογητών της Πίστεως. Διότι οι ομολογηταί της Πίστεως αυτό ακριβώς έκαμνον, ό,τι έκαμνε και ο αείμνηστος Φώτιος. Εστάθη ευθυτενής, εστάθη γεν­ναίος απέναντι των πολεμίων της ορθοδόξου ημών πί­στεως και εγκατέλειψεν εις τον κόσμον αυτόν μίαν πα­ράδοσιν, αλλά και γραπτόν λόγον, ίνα η νεωτέρα γενεά εκπαιδεύηται εις τα Ελληνοχριστιανικά νάματα.

Ο Απόστολος Πέτρος λέγει εις την καθολικήν αυτού επιστολήν ότι «σπουδάσω έχειν υμάς μετά την εμήν έξοδον την τούτων μνείαν ποιείσθαι». Θα προ­σπαθήσω, λέγει, και μετά τον θάνατόν μου να έχητε ε­νώπιόν σας γραπτόν τον λόγον, δια να δύνασθε να ακολουθήσετε την Παράδοσιν και τα Διδάγματα της Εκκλησίας. Αυτό ακριβώς ως τελευταίαν αρετήν αυ­τού ημπορούμεν να του αποδώσωμεν και να ευχηθώμεν, όπως τα βιβλία αυτού, τα οποία ειναι βιβλία ψυ­χωφελή, βιβλία των ορθοδόξων δογμάτων, πάντοτε μελετώνται και ημείς πάντες να λέγωμεν μακαρία η ψυχή, η οποία εδημιούργησε τα διδάγματα αυτά υπέρ της Ορθοδόξου Πίστεως.  (Ορθόδ. Τύπος, Ιούλιος 1965)

“ενδιαφεροντα ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ”

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2005

 

 

 

Φωτης Κόντογλου

Η δύναμη της πίστης και η αδυναμία της απιστίας.

Οι άνθρωποι έχουν στην καρδιά τους μεγάλο φόβο μήπως απομείνουν απροστάτευτοι και φτωχοί στη ζωή τους, και για τούτο, ο νους κι’ ο λογισμός τους είναι στο να μαζέψουν χρήματα η ν’ αποκτήσουν κτήματα κι’ άλλα πλούτη, για να τα ‘χουνε στην ανάγκη τους.

Και καλά για εκείνους που δεν πιστεύουν στον Θεό, και κρεμούνε την ελπίδα τους στα χρήματα και στ’ άλλα πλούτη. Άλλα τι να πει κανένας για εκείνους που λέγονται χριστιανοί, που πάνε στην εκκλησία και παρακαλούνε τον Θεό να τους βοηθήσει στη ζωή και που λένε πώς έχουνε την ελπίδα τους στον Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους, κι’ από την άλλη μεριά είναι φιλάργυροι, δεν δίνουνε τίποτα στ’ αδέλφια τους, τους φτωχούς, κι’ ολοένα μαζεύουνε χρήματα και πλούτη; Στη ζωή μου είδα πώς οι τέτοιοι λεγόμενοι χριστιανοί είναι οι περισσότεροι, κι’ απορεί κανένας πώς μπορούνε να συμβιβάσουν μία ζωή συμφεροντολογική, με τα λόγια του Χριστού, που λέει και ξαναλέει: «Μη φροντίζετε για το τι θα φάτε και για το τι θα πιείτε και για το τι θα ντυθείτε. Κοιτάξετε τα πουλιά, μήτε κοπιάζουν, μήτε μαζεύουν, κι’ όμως ο Πατέρας τους ο ουράνιος τα θρέφει. Κοιτάξετε με πόση μεγαλοπρέπεια είναι ντυμένα τα αγριολούλουδα, που κι’ ο ίδιος ο Σολομώντας δεν στολίσθηκε σαν αυτά τα τιποτένια λουλούδια. Λοιπόν, αν για το χορτάρι του χωραφιού, που σήμερα λουλουδίζει κι’ αύριο το καίγουνε στον φούρνο, φροντίζει ο Πατέρας σας που είναι στον ουρανό, ποσό περισσότερο θα φροντίσει για σάς, ολιγόπιστοι;».

Αυτά είναι λογία καθαρά, απλά, σίγουρα, και δείχνουν πώς πρέπει να είναι η βάση και το θεμέλιο της διδασκαλίας του Χριστού. Γιατί πώς μπορεί να έχει πίστη στον Χριστό ένας άνθρωπος, και μαζί να είναι κολλημένος στα χρήματα και στο συμφέρον, πολλές φορές μάλιστα περισσότερο κι’ από τους άθεους; θα πει πως νομίζει πώς θα ξεγελάσει τον Θεό. Άλλα «Θεός ου μυκτηρίζεται» δηλαδή, ο Θεός δεν περιπαίζεται.

Κι’ όμως, η πονηρή γνώμη του ανθρώπου όλα μπορεί να τα συμβιβάσει: Να είναι γαντζωμένος καλά στο χρήμα, δηλαδή στο διάβολο, που τον λέγει ο Χριστός Μαμωνά, Θεό της φιλαργυρίας, και τον ίδιο καιρό να παρουσιάζεται για χριστιανός, να πηγαίνει στην εκκλησιά, να κάνει σταυρούς και μετάνοιες, να κλαίει πολλές φορές από την αγάπη του για τον Χριστό, άλλα να μην μπορεί να ξεγαντζωθεί από τα λεφτά κι’ από τη μανία του παρά. Λογική δεν χωρά καθόλου σ’ αυτούς. Είναι ολότελα αναίσθητοι και πονηροί, κι’ ό,τι κάνουν το κάνουν για να το έχουν δίπορτο, κι’ ό,τι κερδίσουν. «Βάστα γερά», σου λέει, τα λεφτά, που είναι χειροπιαστά, άναβε και κανένα κερί, κάνε και καμιά μετάνοια, για να “χεις το μέσο και με τον Χριστό. Αν βγούνε αληθινά τα λογία του για παράδεισο και για κόλαση, έχουμε κι’ από κει τη σιγουράντζα. Ό,τι και να γίνει, είναι κανένας κερδισμένος».

Ο Απόστολος Παύλος λέει: «Αν, ελπίζουμε στον Χριστό μοναχά για τούτη τη ζωή, είμαστε οι πιο ελεεινοί άνθρωποι». Γιατί οι ψευτοχριστιανοί παρακαλούνε τον Χριστό προπάντων για τις υποθέσεις τούτου του κόσμου, για τις δουλειές τους, για τη σωματική υγεία τους, για τα παιδιά τους, και μόλις σκοτεινιάσει η κατάσταση, αρχίζουν τα παράπονα γιατί ο Χριστός κι’ η Παναγία δεν τρέξανε να τους βοηθήσουν στις δουλειές τους, πολλές φορές σε τέτοιες δουλειές που είναι απάνθρωπες και που τους κάνουν να κακουργούν καταπάνω στ’ αδέλφια τους.

 

Ο Απόστολος Παύλος λέει πάλι αλλού: «Είναι κάλο να στερεώνετε την καρδιά σας με την ελπίδα στη χάρη του θεού, κι’ όχι με φαγητά (δηλαδή με σαρκικά και υλικά πράγματα), που μ” αυτά δεν ωφεληθήκαν όσοι αφιερώσανε τη ζωή τους σ’ αυτά, δηλαδή στο να μαζέψουν χρήματα, ξεγελώντας τον εαυτό τους πως μ’ αυτά εξασφαλίζονται». Γιατί «επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται».

Δεν υπάρχει κανένα πράγμα πιο σίγουρο από την ματαιότητα του κόσμου, κανένα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας φανερώνει αυτή την απελπιστική ματαιότητα. Και όμως, πόσοι άνθρωποι στον κόσμο κάθισαν και σκεφθήκανε πάνω σ’ αυτό το φανερότατο και σιγουρότατο φαινόμενο, στη ματαιότητα, που θα ‘πρεπε ο κάθε άνθρωπος να το “χει μέρα – νύχτα μπροστά του; Μα εμείς κάνουμε σαν το καμηλοπούλι (στρουθοκάμηλο), που χώνει το κεφάλι του στον άμμο για να μη βλέπει τον φονιά του, και θαρρεί πώς κρύφτηκε από αυτόν.

Ποσό αξιολύπητοι σ’ αυτό απάνω είναι οι σπουδαίοι άνθρωποι της γης! Ενώ βλέπουν καθαρά πώς το βάραθρο που κατάπιε όλους τους σπουδαίους από καταβολής κόσμου, και πώς τ’ ανοιχτό στόμα του περιμένει να τους καταπιεί κι’ αυτούς, εκείνοι δος του και καταγίνονται με «μάταια και ψευδή», με πολιτικές πονηριές, με πολέμους, με ψευτομεγαλεία παιδιακίσια, και με ανοησίες, που διαλαλώνται σ’ όλη την οικούμενη. Ω ανοησία εκείνων που τους λέει ο κόσμος σοβαρούς, μυαλωμένους, τετραπέρατους, μεγαλοφυείς! Τι φτώχεια αληθινά από κρίση κι’ από γνώση! Κι” από τέτοιους κυβερνιέται ο κόσμος. Η οι άλλοι που καταγίνονται με μανία στις μάταιες φιλοσοφίες και στις τέχνες, και τούς αποθεώνουν οι άλλοι, οι πολλοί που δεν έχουν κουκούτσι κρίση, ενώ ξέρουν καλά πώς δεν θα περάσει πολύς καιρός πού θα σβήσουν όλοι από τον κόσμο!

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου, Ασάλευτο θεμέλιο, Έκδ. Ακρίτας

 

Πηγή:Περιοδικό: «Φίλοι φυλακισμένων»

Σύλλογος συμπαραστάσεως κρατουμένων «Ο Ονήσιμος»

Τεύχος 11, Φθινόπωρο Χειμώνας 2010. Σελ. 15-17.

από greekalert

 

Advertisements