Γ​ιατί με βάπτισαν χωρίς να με ρωτήσουν;

Από: choratouaxoritou.gr

-Γιατί δεν αποφασίζουμε μόνοι μας, αν θέλουμε να βαπτιστούμε και να γίνουμε Χριστιανοί;
-Γιατί μας βαπτίζουν νήπια καταστρατηγώντας την ελευθερία μας;

Ερωτήματα που ακούγονται συχνά και μας προκαλούν, με τη σειρά μας, να ρωτήσουμε:

-Όταν το νήπιο είναι άρρωστο και χρειάζεται γιατρό, μήπως πρέπει πρώτα να το ρωτήσουμε για να τον φωνάξουμε;

-Μήπως το φάρμακο που του δίνουμε του στερεί την ελευθερία να επιλέξει αν θα γιατρευτεί;

Ζητάμε προηγουμένως τη συγκατάθεσή του, όταν το εμβολιάσουμε;

-Καταστρέφουμε την ελευθερία του, όταν του δίνουμε φαγητό ή το ντύνουμε;

-Το ρωτάμε ποια γλώσσα επιθυμεί να μιλάει;

-Το ρωτάμε αν θέλει να πάει στο σχολείο;

Τη σωματική υγεία του παιδιού τη φροντίζουμε, χωρίς να το ρωτήσουμε.

Την πνευματική υγεία του δεν θα την αποκαταστήσουμε στην πρωταρχική της ωραιότητα; Είναι μικρότερης σημασίας η πνευματική του υγεία; Συνέχεια

Η ειλικρίνεια μεταξύ γονέων και παιδιών

Πρέπει να αναφερθούμε και στο θέμα της ειλικρινείας. Λίγοι γονείς είναι ειλικρινείς απέναντι στα παιδιά. Χωρίς δηλαδή καθόλου να σκέπτονται σοβαρά, χωρίς καθόλου να λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψιν τα παιδιά, τους λένε ψευτιές. Τάχα γιατί τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν, τάχα γιατί τα παιδιά πρέπει να μη μάθουν κάτι, τάχα γιατί πρέπει με αυτόν τον τρόπο να ξεγελάσουν τα παιδιά. Να πούμε επίσης ότι τα παιδιά, και το μικρότερο και το μεγαλύτερο, και το χαριτωμένο και το μη χαριτωμένο, και το αρρωστιάρικο και το ζωηρό, το πιο ζωντανό, το πιο αθλητικό, πρέπει να αισθάνονται τόσο άνετα μέσα στο σπίτι, μπροστά στον πατέρα και στη μητέρα, ώστε να μπορούν να λένε ό,τι θέλουν να πουν. Δηλαδή το παιδί να μη σκέπτεται: «Να το πω αυτό ή να μην το πω; Άραγε, αν το πω, μήπως με μαλώσει ο μπαμπάς; Αν το πω, μήπως με κτυπήσει η μαμά;» Και το παιδί πιθανόν μερικές φορές να έχει να πει πράγματα που είναι χρήσιμα, πράγματα που πρέπει να λεχθούν, και τα οποία, αν δεν τα πει, θα μείνουν μέσα του και θα δημιουργήσουν πάρα πολύ δύσκολη κατάσταση.
Όταν το παιδί δεν αισθάνεται άνετα απέναντι στον πατέρα και στη μητέρα, πώς θα πει αυτά τα οποία έχει να πει; Είναι ανάγκη το παιδί να μπορεί να μιλήσει. Ας κάνει λάθη, ας πει υπερβολές, ας πει φανταστικά πράγματα. Με τρόπο η μητέρα ή ο πατέρας θα προσπαθήσουν να του διορθώσουν μερικά πράγματα, θα προσπαθήσουν να φορμάρουν αυτά τα οποία είπε το παιδί, ποτέ όμως να μη του μιλήσουν με τέτοιον τρόπο που το παιδί έπειτα να φοβάται να εκδηλώνεται και να λέει κάθε φορά αυτά που θα ήθελε να πει. Και μια και κάναμε λόγο για το ψέμα στα λόγια των γονέων, να πούμε το εξής: Όταν το παιδί ξέρει ότι οι γονείς συνήθως δεν του λένε την αλήθεια, αλλά πότε το ένα και πότε το άλλο, όταν το παιδί ξέρει ότι του λένε υποσχέσεις ψεύτικες ή ακόμη και απειλές ψεύτικες, π.χ., «θα φωνάξω τον χωροφύλακα» –αφού δεν θα τον φωνάξεις, γιατί λες «θα φωνάξω τον χωροφύλακα»;– τότε κλονίζεται η εμπιστοσύνη του προς τους γονείς. Δεν θα καταλάβει το παιδί ότι οι απειλές είναι ψεύτικες; Γιατί να μην του πεις πιο κοφτά: «Άκουσε, παιδί μου· έτσι που κάνεις, με στενοχωρείς»; Να πει κανείς στο παιδί αληθινά πράγματα. Έτσι  δημιουργείται η εμπιστοσύνη απέναντι των γονέων, και έτσι η καρδούλα του παιδιού ανοίγει και λέει ό,τι έχει να πει. Η εμπιστοσύνη αυτή δημιουργείται επίσης, όταν τεντώνει κανείς το αυτί να ακούσει. Συνέχεια

π. Συμεών Κραγιόπουλος: Ο πόνος οργώνει βαθιά την ψυχή

 

Ο πόνος φέρνει στην ψυχή περισσότερη ωφέλεια από οτιδήποτε άλλο. Μέσα μας, το θέλουμε δεν το θέλουμε, το καταλαβαίνουμε δεν το καταλαβαίνουμε, έχουμε πολλή φιλαυτία –φιλαυτία σημαίνει αγάπη στον εαυτό μας– πολύ εγωισμό.
Όσο κι αν προσπαθεί κανείς με την προσευχή του ή με άλλους τρόπους να ξεφύγει από τον εαυτό του και να δοθεί στον Χριστό, δεν είναι εύκολο να το κάνει, διότι λυπάται τον εαυτό του, αγαπά τον εαυτό του και δεν αντέχει να τον ζορίσει, να τον κουράσει παραπάνω από όσο δέχεται ο εαυτός του.

Είναι δηλαδή σαν τον γιατρό: όσο καλός γιατρός κι αν είναι κάποιος όταν χειρουργεί άλλους, εάν υποθέσουμε ότι θα θελήσει να κάνει έστω και μια μικρή επέμβαση στον εαυτό του –να αφαιρέσει, π.χ., ένα ξένο σώμα που μπήκε στο πόδι του ή να καθαρίσει μια πληγή– δεν θα τα καταφέρει· καθώς θα βλέπει ότι κόβει τον ίδιο τον εαυτό του, το χέρι του δεν θα είναι σταθερό, θα αρχίσει να τρέμει κτλ. Μόνος του κανείς δεν σφάζει τον εαυτό του.

Έτσι και με την προσευχή. Όσο κι αν προσευχηθούμε, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας. Ο Θεός βέβαια ακούει την προσευχή μας· όμως το θέμα δεν είναι αν μας ακούει ο Θεός. Το θέμα είναι πόσο εμείς δίνουμε τον εαυτό μας στον Θεό, πόσο όντως απαρνούμαστε τον παλαιό άνθρωπο, πόσο απαρνούμαστε τον εγωισμό μας, την υπερηφάνειά μας, τη φιλαυτία μας. Αυτό είναι κάτι που στοιχίζει, και δεν το κάνει εύκολα ο άνθρωπος. Όταν όμως έρθει ο πόνος, ο οποιοσδήποτε πόνος, είτε σωματικός είτε ψυχικός, είναι αλλιώς.

Όταν λοιπόν έρχεται ο πόνος, καθόλου δεν μας ρωτάει. Δεν παίρνει την άδειά μας, για να εμφανισθεί ούτε ποτέ θα μας ρωτήσει: «Θέλεις να σε πονέσω λίγο παραπάνω, λίγο πιο βαθιά ακόμη; Θέλεις να σε ζορίσω λίγο περισσότερο;» Δεν θα μας πει ποτέ έτσι ο πόνος. Έρχεται, μας πονάει, χωρίς να μας λογαριάζει. Όταν όμως κάνεις προσευχή ή οποιαδήποτε άλλη αρετή, την κάνεις όσο θέλεις και ως εκεί που θέλεις. Και μετά μπορεί να πεις: «Δεν μπορώ άλλο». Αν ήταν στο χέρι σου, και για τον πόνο έτσι θα έλεγες: «Φθάνει τόσο· δεν μπορώ άλλο να πονώ». Όμως, δεν είναι στο χέρι σου ούτε σε ρωτάει ο πόνος. Συνεχίζει να σε πονάει κι άλλο κι άλλο… Αν ήταν στο χέρι σου, θα άντεχες μια δυο μέρες και μετά θα έλεγες: «Τώρα άλλο δεν μπορώ· ας σταματήσω». Ο πόνος όμως μπορεί να πάει όχι δυό μέρες αλλά δυό μήνες· μπορεί να πάει δυό χρόνια, μπορεί να πάει πολύ. Συνέχεια

Να ανταποκριθούμε στην αγάπη του Θεού ;

Ήταν δύο άνθρωποι μοναχοί, που κάποτε ο διάβολος τους παρέσυρε και εγκατέλειψαν την έρημο, το σχήμα και έγιναν λαϊκοί. Κάποτε ο Θεός επέβλεψε, εμνήσθη τους κόπους της ασκήσεως και της αφιερώσεως και τους φωτίζει να γυρίσουν πίσω. Επιστρέφουν στην σκήτη, εξομολογούνται τις αμαρτίες τους, και οι Πνευματικοί τούς έβαλαν κανόνα, ένα χρόνο ο καθένας χωριστά, να ζήσει έγκλειστα, δηλαδή να μην βλέπουν άνθρωπο, αλλά μόνο να προσεύχονται και να τους δίνουν λίγη τροφή. Με τον κανόνα ενός χρόνου, θα τους συγχωρούσαν το σφάλμα και θα τους έδιναν τη θεία Κοινωνία. Μετά από ένα χρόνο τους έβγαλαν από την έγκλειστη ζωή της μετανοίας. Ο ένας φαινόταν λαμπρός, με πρόσωπο όχι πολύ στεγνό, αλλά ευχάριστο. Ο άλλος ήταν καταβεβλημένος.

Η τροφή ήταν η ίδια, τ’ αμαρτήματα ήταν τα ίδια, αλλά στο πρόσωπο φαινόταν η διαφορά τους.
Ερώτησαν τον ένα:
«Εσύ, πάτερ, τί σκεφτόσουν κλεισμένος μέσα στο κελί σου;»
«Σκεφτόμουν ότι λύπησα το Θεό, ότι κόλασα την ψυχή μου, σκεφτόμουν τι με περιμένει, σκεφτόμουν ότι θα ζήσω μετά των δαιμόνων. Ευρισκόμενος με την θεωρία κάτω στην κόλαση, έχανα την δύναμη, λυπόμουν πάρα πολύ και από τα δάκρυα στέγνωσα».
Ερώτησαν και τον άλλο:
«Εσύ, πάτερ, πώς ήσουν στην έγκλειστη μετάνοιά σου;»
«Εγώ, λέει, σκεφτόμουν την αγάπη του Θεού. Σκεφτόμουν πού ήμουν που με είχε παρασύρει ο δαίμονας και πώς το χέρι του Θεού με τράβηξε και μ’ έφερε πίσω στον όμορφο βίο της μοναχικής ζωής που έζησα, και αναπολούσα το πώς κατήντησα και πώς πάλι ο Θεός με τη Σταύρωσή Του, με το άχραντο Αίμα Του, πώς μ’ έφερε πάλι εδώ και μ’ αξίωσε να κοινωνήσω μετά από ένα χρόνο, και θα γίνω ελεύθερος, και θα ζω με τους πατέρες, όπως ήμουν πρώτα, και χαιρόμουν. Και η χαρά αυτή μ’ έκανε να μη νοιώθω αυτή τη στέγνωση και αυτή την κατάθλιψη». Συνέχεια

Τι σημαίνει η φράση: «τας θύρας τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν»;

Mέχρι περίπου τον 10ο αιώνα όταν ο Ιερέας έλεγε «τας θύρας τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν» έμεναν μέσα στον Ναό μόνον οι μυημένοι, οι πιστοί χριστιανοί και ετελείτο το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας. Όσοι έμεναν, στο τέλος της Θ. Λειτουργίας, κοινωνούσαν όλοι.

Αυτή η προτροπή (τας θύρας τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν) είναι η ανδιαφισβήτητη απόδειξη ότι δεν ήταν πάντα ετσι τα πράγματα όπως σήμερα, ότι δεν ήταν όλοι οι ανθρωποι αυτονόητα μέλη της Εκκλησίας, ότι υπήρχε σαφής διάκριση ανάμεσα στους χριστιανούς και τους μή χριστιανούς και ότι για να γίνει κάποιος δεκτός ως χριστιανός και πλήρες μέλος της Εκκλησίας επρεπε να πληροί συγκεκριμμένες προϋποθέσεις.Αυτό το δεύτερο μέρος της θείας Λειτουργίας, στη Λειτουργία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, συμμετέχουν μόνο οι βαπτισμένοι πιστοί.

Οι κατηχούμενοι που δεν βαπτίστηκαν, οι εχθροί και οι αμύητοι στα δεδομένα της Εκκλησίας αποκλείονται. «Οι κατηχούμενοιι προέλθετε» «τάς θύρας τάς θύρας εν σοφία Πρόσχωμεν»! Γιατί;

Διότι οι αβάπτιστοι, οι εχθροί και γενικά οι αμύητοι δεν έχουν τις προϋποθέσεις για να κατανοήσουν και να συμμετάσχουν στα υπό της Εκκλησίας τελούμενα και ιδίως στο Μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας.
Η Θ. Λειτουργία, ιδίως το Β΄ μέρος είναι μόνο για τους πιστούς. Οι εχθροί και οι αμύητοι χρειάζονται κατήχηση, βάπτισμα και μεγάλη προετοιμασία προκειμένου να κατανοήσουν τα Μυστήρια της Εκκλησίας. Αυτή τη σημασία έχουν οι λόγοι του Χριστού: «Μή δώτε το άγιον τοίς κυσί (σκυλιά) μηδέ βάλητε τοίς μαργαρίτες υμών (ό,τι πολύτιμο έχετε) έμπροσθεν των χοίρων» (Μάτθ. ζ΄ 6).

Όμως αυτή η φράση, πέρα από την κυριολεκτική και πρακτική της προσταγή, κρύβει (για τους πιστούς) και έναν βαθύτατο συμβολισμό. Ο ιερός Καβάσιλας ερμηνεύοντας την Θ. Λειτουργά αναφέρει:
«Τας θύρας, τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν», συμπληρώνει ο λειτουργός. Μ’ αυτό θέλει να πει: «Ανοίξτε διάπλατα όλες τις πόρτες, δηλαδή τα στόματα και τα αυτιά σας, στην αληθινή σοφία, δηλαδή σε όσα υψηλά μάθατε και πιστεύετε για το Θεό. Αυτά συνεχώς να λέτε και να ακούτε, και μάλιστα με ζήλο και προσοχή».Τότε οι πιστοί απαγγέλλουν δυνατά το Σύμβολο της Πίστεως («Πιστεύω εις έναν Θεόν…»).

ι. ν. αγ. Νικολάου Περάματος

 

Ο άγιος Παΐσιος για τον Μοναχό Παχώμιο Ιβηροσκητιώτη

Από τον άγιο Παΐσιο, στο Κελλί Παναγούδα της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, ακούσαμε για τον μακαριστό αδελφό π. Παχώμιο. Μας είπε τα εξής ο π. Παΐσιος γι’ αυτόν το ασκητή υποτακτικό:

Πατέρες, την ευχή του π. Παχωμίου να έχουμε όλοι. Ήταν απλός στους τρόπους και είχε πάντα ισχυρούς αγαθούς λογισμούς. Λογω της πολλής του απλότητας, όλους τους λογισμούς του τους μετέτρεπε σε αγαθούς. Χαιρόταν πολύ να κάνει υπακοή. Ένα βράδυ ο Γέροντάς του τον έστειλε να πάει στη Μονή Ιβήρων, κυρίαρχη Μονή της Σκήτης τους, και να δώσει ένα μπουκάλι ρακί σε κάποιον Ιερομόναχο αυτής, με κρυφό τρόπο, ώστε να μη γίνει και στους άλλους αντιληπτός. Παρότι ο τρόπος του εγχειρήματος θα μπορούσε να σκανδαλίσει τον υποτακτικό, διότι έδεσε το μπουκάλι με σχοινί και το τράβηξε επάνω ο εν λόγω Ιερομόναχος εν καιρώ νυκτός, όμως εκείνος έκαμε υπακοή στον Γέροντά του, χωρίς να εξετάσει αν ο τρόπος είναι σωστός ή όχι.

Καθημερινά δούλευε σε οποιαδήποτε υπηρεσία του ανέθετε ο Γέροντάς του. Γι’ αυτή την υπακοή του αισθανόταν μεγάλη χαρά. Τα πόδια του γίνονταν φτερά, και κυριολεκτικά πετούσε για την κάθε υπηρεσία. Ο ίδιος έλεγε παντού με πολλή απλότητα στους άλλους Πατέρες της Σκήτης: «Τι χαρά έχω, τι χαρά! Έκανα υπακοή στον Γέροντα. Μ’ έστειλε ο Γέροντας στην υπακοή. Πήγα το μπουκάλι στον τάδε ιερομόναχο της Μονής Ιβήρων. Η μεγάλη πόρτα ήταν κλειστή. Έδεσα το μπουκάλι με σχοινί, εκείνος το ανέβασε επάνω…»

Ο Γέροντάς του δεν ήταν πολύ αυστηρός Μοναχός. Πολλές φορές σύχναζαν στο κελλί του λαϊκοί, εργάτες, κυνηγοί. Έτρωγαν μαζί, συζητούσαν κοσμικά πράγματα, Αλλά ο π. Παχώμιος δεν σκανδαλιζόταν με όλα αυτά. Είχε φθάσει σε μέτρα απαθείας. Όλους τους υπηρετούσε, τους μετέφερε νερά, φαγητά, αλλά δεν συζητούσε μαζί τους, ούτε καθόταν να ακούσει τι έλεγαν. Στην ψυχή του βέβαια είχε μεγάλη ευφροσύνη και ειρήνη και Χάρη Θεού.

Συνέχεια

Από τις διδαχές του Γέροντος Γερμανού Σταυροβουνιώτου

Συλλογή Αποφθεγμάτων

  • Κράτησε, Κύριε, γεμάτη την ψυχή μου με την ακαταμάχητη παρουσία σου!
  • Είναι αδύνατο να σε πιάσει η απελπισία, όταν θυμηθείς ότι βοηθός και ενισχυτής σου είναι ο Παντοδύναμος Θεός.
  • Μπορεί οι άνθρωποι να κάνουν χρήματα, όμως τα χρήματα δεν κάνουν ανθρώπους.
  • Σου είναι αδύνατο να μάθεις εκείνο, που νομίζεις ότι ήδη γνωρίζεις.
  • Το μυστικό της προσευχής είναι η μυστική προσευχή.

Isagiatriados.com