Εάν κατακρίνεις η Χάρις του Θεού σε εγκαταλείπει

katakrishΉταν κάποιος Γέροντας που έτρωγε καθημερινά τρία παξιμάδια. Τον επισκέφθηκε κάποιος αδελφός και όταν κάθησαν να φάνε, έβαλε και για τον αδελφό τρία παξιμάδια. Είδε κατόπιν ο Γέροντας ότι ο αδελφός είχε ανάγκη να φάει περισσότερο και τού ’φερε άλλα τρία. Αφού χόρτασαν και σηκώθηκαν, κατέκρινε ο Γέροντας τον αδελφό και του είπε: «Δεν πρέπει, αδελφέ, να υπηρετούμε τη σάρκα μας». Ο αδελφός έβαλε μετάνοια στον Γέροντα και έφυγε.
Την επόμενη ημέρα όταν έφθασε η ώρα για φαγητό, έβαλε ο Γέροντας τα τρία παξιμάδια για τον εαυτό του. Αλλά αφού τα έφαγε, αισθάνθηκε πάλι να πεινά αλλά συγκρατήθηκε. Την άλλη μέρα πάλι το ίδιο έπαθε και άρχισε να αισθάνεται εξάντληση. Κατάλαβε τότε ο Γέροντας ότι τον εγκατέλειψε ο Θεός και ρίχνοντας τον εαυτό του ενώπιον του Θεού, άρχισε να παρακαλεί μετά δακρύων για την εγκατάλειψη που του έγινε.

Και βλέπει έναν άγγελο που του είπε: «Αυτό σου συνέβη, επειδή κατέκρινες τον αδελφό. Να ξέρεις λοιπόν ότι αυτός που μπορεί να εγκρατεύεται ή να κάνει κάποιο άλλο καλό, δεν το κάνει με δική του δύναμη, αλλά η αγαθότητα του Θεού είναι που ενισχύει τον άνθρωπο».

agiosharalabos.blogspot.com

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: «Άι μου Γιώργη!»

Το άρθρο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Άι μου Γιώργη!» δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» στις 23 Απριλίου 1892.

Ανέτειλε το έαρ, δεύτε ευφρανθώμεν! Εξέλαμψεν η Ανάστασις Χριστού, δεύτε ευφρανθώμεν!

Η του αθλοφόρου μνήμη τους πιστούς φαιδρύνουσα ανεδείχθη.

Ένθεν μεν ψάλλει η Εκκλησία, συγκαταβατικωτέρα κατά τας ημέρας ταύτας της αναστάσεως του Σωτήρος, παρά την αγΓεώργιοςανωτέραν πνευματικήν έννοιαν τοιούτων παρακελεύσεων, ένθεν δε ο ελληνικός λαός, όστις φαντάζεται πρώτον λεβέντην και αστραπόμορφον νεανίαν τον ήρωα πρόμαχον του Χριστιανισμού, περιβάλλει με όλην την ποίησιν των μακραιώνων ονείρων του, με παμφαείς ακτίνας αφθίτου νεότητος και αϊδίου καλλονής τον Άγιον Γεώργιον.

Αϊ μου Γιώργη αρματολέ και πρώτε καβαλάρη,

αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι… Συνέχεια

Από το θάνατο στη ζωή

Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου

Τον θάνατο το συναντούμε καθημερινά, με τις ασθένειες, με την απώλεια αγαπημένων μας προσώπων, με τους τραγικούς χωρισμούς. Σ’ αυτό το φοβερό σύνορο μόνο η πίστη στον αναστάντα Χριστό ανοίγει τον κλειστό ορίζοντα και δίνει την παρηγοριά και τη δυνατότητα να διατηρούμε κοινωνία με όσους έφυγαν – με την προσευχή, την αγάπη, την ειρηνική σιωπή. Η «μνήμη θανάτου» γίνεται μνήμη αναστάσεως, μας αποδεσμεύει από την αγωνία και την ταραχή.
Εκτός από την άμεση γεύση του απτού θανάτου, υπάρχουν στην καθημερινή ζωή απόπνοιες θανάτου, που έμμεσα τις εκπέμπουν όχι μόνο οι ποικίλοι κίνδυνοι που πιέζουν τη ζωή μας, αλλ’ επίσης η αμαρτία, η αδικία, η συκοφαντία, ο φθόνος, το μίσος. Σ’ αυτές τις δηλητηριώδεις πνοές, που μεταφέρουν την ανάσα του Άδου στην καθημερινότητα της ζωής μας, υπάρχει το αντίδοτο. Είναι η βίωση της αλήθειας της Αναστάσεως με την πίστη, με τη σκέψη, με τον ύμνο, με ολόκληρη την ύπαρξή μας. Ενισχύοντας μέσα μας τη βεβαιότητα της αναστάσεως του Χριστού, η Εκκλησία μας χαρίζει εσωτερική αντοχή για να αντιστεκόμαστε ήρεμα στην πνοή κάθε είδους θανάτου. Ζώντας μέσα στην Εκκλησία το γεγονός του Πάσχα, αντλούμε νέες δυνάμεις για να είμαστε φορείς νέας ζωής, αληθινοί, δημιουργικοί.
Ο αναστάσιμος ρυθμός που, συντονίζει την Ορθόδοξη λατρευτική ζωή, στηρίζει την ύπαρξή μας, ανανεώνει συνεχώς την ελπίδα μας, μας προσφέρει νέο όραμα και ενθουσιασμό για τη ζωή, διακατέχεται από την αιωνιότητα. Το αναστάσιμο ήθος μεταμορφώνει το σκληρό πρόσωπο της καθημερινότητας. Μας βοηθεί να βλέπουμε μέσα και από τις μελαγχολικές συνθήκες ένα Πάσχα, δηλαδή μια «διάβαση», ένα πέρασμα στο φως. Η Ανάσταση έχει γίνει, έστω και ανεπίγνωστα, πηγή ανανεώσεως του κόσμου. Άνθρωποι που πίστεψαν στον αναστάντα Χριστό μπόρεσαν με τη δύναμη Του να μεταμορφώσουν την έχθρα σε συμφιλίωση, το μίσος σε αγάπη, τον πόνο σε χαρά, την ταπείνωση σε θρίαμβο, την άνευ νοήματος καθημερινότητα σε δημιουργία. Μέσα στην ακτινοβολία της Αναστάσεως, όλοι και όλα μπορούν να μεταμορφωθούν και να πλημμυρίζουν φως.

Μη μ’ αφήνεις μόνο… Προσευχήσου για μένα…

Είναι η σιωπηλή κραυγή που λέει: Μη με ξεχνάς, μην αδιαφορήσεις για μένα, συμπορεύου, μην πάψεις να με αγαπάς, μη μ’ αφήνεις μόνο.

Αν μπορούσαμε να πιάναμε τα μηνύματα που εκπέμπουν τα λόγια των γύρω μας, θα καταλαβαίναμε την αγωνία, τις ανασφάλειές τους. Αλλά αυτό θα σήμαινε πως θα προκαλούμαστε να δώσουμε τον εαυτό μας, την καρδιά μας.
Το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» δεν εφαρμόζεται θεωρητικά. Χρειάζεται πόνο, υπέρβαση των δικών μας αναγκών για χάρη του συνανθρώπου μας που γίνεται αδελφός μας.

Είναι απλό και εύκολο στην πρόσκληση για προσευχή υπέρ αυτού που μας το ζητά, να απαντήσουμε «εντάξει». Όμως «το να προσεύχεσαι για τον άλλο είναι ως να χύνεις το αίμα σου γι’ αυτόν, γιατί ο αδελφός μας είναι η ζωή μας» κατά τον άγιο Σιλουανό. Συνέχεια

Τί σημαίνει η λέξη «Πάσχα» και πώς προέκυψε η ονομασία

Η λέξη «Πάσχα» σημαίνει, το πέρασμα του Χριστού από τον θάνατο στη ζωή. Λέγεται και αλλιώς «Λαμπρή», ονομασία που προήλθε από τους αναστάσιμους κανόνες της εκκλησίας, οι οποίοι ονομάζουν «Λαμπροφόρο» την ημέρα του Πάσχα και συνιστούν στους πιστούς «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί».

Το χριστιανικό Πάσχα ή κοινώς «Πασχαλιά», ή ελληνοπρεπώς «Λαμπρή», είναι η μεγαλύτερη εορτή της Ορθοδοξίας. Το Πάσχα, εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου μη συμπεριλαμβανομένης, κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο στην Ορθόδοξη εκκλησία και κατά το Γρηγοριανό στην Ρωμαιοκαθολική. Εορτάζεται η ανάσταση του Ιησού Χριστού, η οποία πιστεύεται ότι έγινε το 33 μ.Χ. Πώς όμως προέκυψε η ονομασία Πάσχα;

Για εμάς τους Χριστιανούς η λέξη «Πάσχα» σημαίνει, το πέρασμα του Χριστού από τον θάνατο στη ζωή. Λέγεται και αλλιώς «Λαμπρή», ονομασία που προήλθε από τους αναστάσιμους κανόνες της εκκλησίας, οι οποίοι ονομάζουν «Λαμπροφόρο» την ημέρα του Πάσχα και συνιστούν στους πιστούς «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί».

Το Πάσχα, στον Ιουδαϊσμό καθιερώθηκε ως ανάμνηση της Εξόδου, που ελευθέρωσε τους Εβραίους από την αιγυπτιακή δουλεία. Μεταγενέστερα υιοθετήθηκε ως εορτασμός από τους Χριστιανούς αναφορικά με τον θυσιαστικό θάνατο και την ανάσταση του Ιησού Χριστού. Συνέχεια

Ἀναστάσιμοι στοχασμοὶ μὲ τὸ τέλος τῆς Πανηγύρεως

Ἀναστάσιμοι στοχασμοὶ μὲ τὸ τέλος τῆς Πανηγύρεως

π. Κωνσταντίνου Ν. Καλλιανού

«Ὡς ὄντως ἱερὰ καὶ πανέορτος, αὕτη ἡ σωτήριος, νὺξ καὶ φωταυγής…»

Τὸ νὰ μένεις μόνος μέσα στὸ ναὸ ποὺ ἔχει πιὰ κενωθεῖ ἀπὸ τοὺς πιστούς, σὲ ὦρες μετομεσονύχτιες τὴ «σωτήριο καὶ φωταυγὴ» Νύχτα τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἀναμφίβολα ἕνα προνόμιο καὶ μιὰ ἐμπειρία ποὺ ἐλάχιστοι, πιστεύω, τὴ βιώνουν καὶ τὴ χαίρονται. Γιατὶ  σ᾿ αὐτὴν τὴν ἥσυχη χρονικὴ περίοδο,  παρέχεται στὸν ἐφημέριο ἡ εὐκαιρία, ἡ μοναδικὴ εὐκαιρία, νὰ συμμαζέψει λίγο τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ κάμει τὸν ἀπολογισμό του: ἀπολογισμὸ χρέους ἀπεναντι στὸν Κύριο Ἰησοῦ ποὺ τοῦ χάρισε κι ἐφέτος  τὴν κορυφαία αὐτὴ εὐκαιρία, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι στὸν ἑαυτό του. Συνέχεια