Ο Κολοκοτρώνης κοιτά από ψηλά…

«Κοιμᾶμαι μ᾽ ἕνα ὄνειρο

ξυπνῶ μὲ μίαν ἐλπίδα

νὰ ἰδῶ κι ἐγὼ μία μέρα φῶς

κι ἐλεύθερη πατρίδα».

 

 

Το ρχιμ.ακώβου Κανάκη  

Τὶς χειμωνιάτικες μέρες σὰν ἐτοῦτη πού γράφω δὲν ξέρω πὼς ἀλλὰ κάτι ὁδηγεῖ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά μου νὰ γράψει, νὰ καταγράψει καὶ νὰ χαράξει ἐπάνω στὸ χαρτί. Εἶναι φορὲς σὰν ἐτοῦτη πού ἐμπνέεσαι ἀπὸ τὴν δημιουργία καὶ θέλεις χωρὶς λόγο νὰ στέκεις μὲ τὸ πρόσωπο μέσα ἀπὸ τὸ τζάμι καὶ νὰ κοιτᾶς, νὰ κοιτᾶς χωρὶς νὰ σκέφτεσαι κάτι συγκεκριμένο. Ἕνα τέτοιο χειμωνιάτικο δειλινὸ ἦταν ποὺ ἐμφανίστηκε ὁ ἥρωας τοῦ βιβλίου ποὺ κρατᾶς στὰ χέρια Σου. Ἦρθε ντυμένος στὰ λευκὰ ἐπάνω σέ ἄλογο, μεγαλοπρεπὴς μέν ἀλλὰ καὶ προσιτός, πελώριος ἀλλὰ καὶ τόσο οἰκεῖος. Ὁ ἥρωας ποὺ δὲν ἤθελε οὔτε ἤξερε ὅτι θὰ γίνει ἥρωας. Αὐτὸ τὸ δειλινὸ ποὺ ἔμοιαζε φαινομενικὰ μὲ ὅλα τὰ ἄλλα εἶχε κάτι ἰδιαίτερο, κάτι μοναδικό. Ἕνας ἄνθρωπος  ντυμένος ἁπλά, τράβηξε γιὰ τὸν ἀνήφορο τῆς πόλης καὶ ἔφθασε στὸ πιὸ ψηλό της σημεῖο. Ἀγνάντεψε τὸν τόπο καὶ αὐτός ὁ τόπος εἶναι τόπος φοβερός, μυρίζει μπαρούτι καί μοσχοβολᾶ λιβάνι. Ἔβλεπε, σκεφτόταν λίγο κι ἔκλαιγε καὶ ἐνῶ σκούπιζε τὰ δάκρυά του, συνέχιζε μὲ ἕνα ἀναφιλητὸ τὸ ἀγνάντιο του. Φαινόταν κουρασμένος μὰ εἶχε μία σπίθα δυνατή στὸ διαπεραστικό βλέμμα του. Ἦταν γερασμένος ἀλλὰ ἀκόμα ζωντανὸς καὶ κάπως ἀγανακτισμένος. Πικραμένος καὶ σκεφτικός καί ἴσως ἀπογοητευμένος. Ἔβλεπε μπροστά του νοερά μάχες, καρυοφίλια, μπαρούτι καὶ τόσα ἄλλα ποὺ τὸν ἔφερναν πολλὰ χρόνια πίσω. Ξαναζοῦσε στιγμὲς μὲ ἀγωνίες, μὲ φόβο ἀλλὰ πού μέ τρόπο παράξενο τὶς νοσταλγοῦσε. Θυμήθηκε, καθῶς ἕνα σύννεφο ὁμίχλης ἄρχιζε νὰ κρύβει τὸ ἀγνάντεμά του, θυμήθηκε στιγμὲς ποὺ τὸν ἀκολουθοῦν καὶ ποὺ στιγμάτισαν τὴν ζωή του, τὴν δική του καὶ τόσων ἄλλων. Εἶδε καὶ πάλι νὰ χύνεται τὸ αἷμα σὰν ὁρμητικὸ ποτάμι, νὰ χωρίζει γονιὸς ἀπὸ τὰ παιδιά του, ἄνδρας ἀπὸ τὴ γυναίκα του, ἀδελφὸς μὲ ἀδελφό του… Καὶ τὰ ἔβλεπε τόσο ζωντανὰ μπροστά του, σάν νά τά ξαναζοῦσε, ποὺ ἄρχισε πάλι τοὺς ἀσταμάτητους ἀλλὰ κι ἥσυχους κλαυθμυρισμούς. Εἶδε μπροστά του γρήγορα μία ὁλάκερη ζωή, γεμάτη ἀγώνα ἀτελεύτητο ποὺ οἱ ψυχὲς ἀναφωνοῦν ὅτι δὲν θὰ ἀντέξουν ἄλλο. Θυμήθηκε ἐκεῖνες τὶς γυναῖκες ποὺ ἔπεσαν μὲ τὰ μωρὰ στὴν ἀγκαλιὰ καὶ ἐθαύμασε καὶ πάλι τὴ φλόγα ποὺ καίει μὲς στὰ στήθια τῶν ἀνθρώπων, θαύμασε τὴν πίστη καί τό μέγεθος τῆς θυσίας. Θυμήθηκε τὰ ἔντονα τὰ χτυποκάρδια, τὶς νύχτες μὲς στὰ δάση, τὰ δάση ποὺ ᾽γιναν φιλόξενα καὶ θέρος καὶ χειμώνα. Κι σπάσαν χέρια, πόδια καὶ καρδιὲς ράγιζαν. Χωρὶς νὰ τὸ θέλει ὅλα τὰ ἔβλεπε μπροστὰ λὲς καὶ γύριζαν πάλι κεῖνα τὰ χρόνια. Συνέχεια