Το έθιμο της Χριστουγεννιάτικης ζύμης και των τηγανίδων!

 

Το έθιμο της Χριστουγεννιάτικης ζύμης (Κρήτη)
Σε χωριά της επαρχίας Αμαρίου, στην Κρήτη, τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων βάζανε λίγη κοινή ζύμη σ’ ένα πιάτο και κάποια στιγμή, ενώ βεγγερίζανε (ξενυχτούσαν συζητώντας) περιμένοντας, η ζύμη ανέβαινε και γινόταν προζύμι. Τότε, κατά την πίστη των ανθρώπων, ήταν η ώρα που γεννάται ο Χριστός!

Οι τηγανίδες (χωριά της Έξω Μάνης)
Σε όλα τα σπίτια, παραμονές Χριστουγέννων θα έπλαθαν και θα έψηναν τις τηγανίδες, τα μανιάτικα λαλάγγια. Στο σοφρά ή σε κάποιο τραπέζι κοντά στην φωτογονία, η μητέρα και τα κορίτσια έπλαθαν το έτοιμο ζυμάρι σε χοντρό μακαρόνι, τις τηγανίδες, και το δίπλωναν τεχνικά στα τέσσερα. Μετά το έριχναν στη μεγάλη τηγάνα που ήταν γεμάτη καυτό λάδι πάνω στη φωτιά, για να ψηθεί.
Η πρώτη τηγανίδα, μεγάλη και στρογγυλή με Σταυρό στη μέση, ήταν του Χριστού, η δεύτερη του σπιτιού κ.λ.π.
Τις ψημένες τηγανίδες τις έβαζαν μέσα σε μπουρέκια (στρογγυλά μπακιρένια ταψιά) και σε λεκάνες. Όταν στράγγιζαν καλά τις έβαζαν σε κοφίνια και τις κρεμούσαν ψηλά. Η ποσότητα του ζυμαριού που θα γινόταν τηγανίδες ήταν ανάλογη με τον πληθυσμό της φαμελιάς.
Η φωτιά για τις τηγανίδες έπρεπε να είναι δυνατή και να έχει διάρκεια. Γι αυτό ο πατέρας έσκιζε τα χοντρά κούτσουρα. Ήταν η καλύτερη καύσιμη ύλη για την περίπτωση.

Actfree 8/12/13

Ορθόδοξη περιγραφή της εικόνας της Γέννησης του Χριστού

Η εικόνα της Γέννησης του Χριστού στηρίζεται στη μαρτυρία της Αγίας  Γραφής και της παραδόσεως της εκκλησίας μας καθώς και στην πλούσια λειτουργική υμνολογία της εορτής των Χριστουγέννων.Ο ορθόδοξος αγιογράφος της εικόνας της Γεννήσεως πιστός στα δόγματα της εκκλησίας έχει δύο σκοπούς: να  δείξει την θεανθρώπινη φύση του Κυρίου μας που αληθινά σαρκώθηκε από την Παρθένο Μαρία και να υποδηλωθεί ο πανηγυρισμός του ουρανού και της γης και γενικότερα όλης της κτίσης  προς τον Δημιουργό της. Σύμφωνα με όσα διηγείται ο Ευαγγελιστής Λουκάς, η Παναγία «έτεκεν τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εσπαργάνωσεν αυτόν και ανέκλισεν αυτόν εν τη φάτνη». Συνέχεια