Η καταπακτή (διήγημα)

katapakthὍ,τι ἀνεπιθύμητο τό συσσώρευε

στήν καταπακτή.

Ἡ καταπακτή ἦταν θεοσκότεινη.

π. Σταύρου Τρικαλιώτη

Ἡ πτώση ἦταν ἀπρόσμενη, ὅπως ἀπρόσμενα εἶναι πολλά γεγονότα πού συμβαίνουν στή ζωή μας. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Πέτρος ταρακουνήθηκε γιά τά καλά. Εὐτυχῶς πού δέν ἔσπασε κανένα πλευρό. Μόνο ἐλαφρές κακώσεις, ἴσα ἴσα γιά νά θυμᾶται γιά πολλές μέρες τήν ξαφνική κατάπτωση στήν καταπακτή τοῦ σπιτιοῦ «μέ τ᾽ ἄχρηστα ἔπιπλα, τίς ἀράχνες καί τίς παλιές βαλίτσες».

Ὅ,τι ἀνεπιθύμητο τό συσσώρευε στήν καταπακτή. Ἡ καταπακτή ἦταν θεοσκότεινη. Εὐτυχῶς ὁ Πέτρος εἶχε πάνω του ἕνα κουτί σπίρτα καί μποροῦσε νά δεῖ γιά λίγα λεπτά ὁρισμένες λεπτομέρειες, μέχρι πού «τοῦ κάηκε καί τό τελευταῖο σπίρτο». Ἡ αἰφνίδια πτώση ἦταν ἕνα ἀπότομο ξύπνημα ἀπό τόν προσωπικό του λήθαργο. Ἀπό ἕναν λήθαργο γλυκό πού τοῦ δημιουργοῦσε τήν ψευδαίσθηση μιᾶς ἐπίπλαστης μακαριότητας.

Μέ τό λιγοστό φῶς τῶν σπίρτων – τί ρομαντική εἰκόνα!- μπόρεσε ἔστω καί μέσα σέ λίγα λεπτά νά δεῖ προσωπικές ἐμπειρίες πού οὔτε κἄν τίς θυμότανε καί τίς εἶχε καταχωνιάσει στά κατάβαθα τῆς ὕπαρξής του. Μπόρεσε ν᾽ἀνακαλύψει προσωπικές του ἐνοχές, πού γιά χρόνια τίς εἶχε θάψει στήν προσωπική του καταπακτή καί μέχρι ἐκείνη τή στιγμή δέν τόν ἀπασχολοῦσαν καθόλου.

Προσπάθησε νά δώσει ὁρισμένες προσωπικές ἑρμηνεῖες σέ αὐτά πού τοῦ ἀποκαλύπτονταν «μέ τούς τεμαχισμένους φωτισμούς». Αὐτή ἡ πτώση τόν πόνεσε πολύ. Ὄχι τόσο οἱ ἐξωτερικοί μώλωπες, μά οἱ ἐσωτερικοί πού εἶναι πιότερο ἐπώδυνοι καί προκαλοῦν ἐσωτερική αἱμορραγία. Εὐτυχῶς, σκέφτηκε, τελειώνουν τά σπίρτα! Τό προσωπικό του μαρτύριο κάποτε θά τελειώσει. Προσπάθησε νά ἀνασυντάξει τίς σκέψεις του. Ἤθελε νά βγεῖ στό φῶς. Νά πλύνει τό πρόσωπό του. Νά καθαρισθεῖ ἀπό τίς σκόνες καί τούς ἱστούς τῶν ἀραχνῶν πού εἶχαν κολλήσει πάνω του.

Τό ἡλιακό φῶς τά πρῶτα λεπτά ἦταν ἐκτυφλωτικό. Ἔκλεισε γιά λίγο τά μάτια του γιά νά μπορέσει νά συνέλθει ἀπό τήν ἀπότομη αὐτή ἀλλαγή. Ὅταν τ᾽ ἄνοιξε πάλι, ἄρχισε νά παρατηρεῖ σταδιακά τήν ὀμορφιά τοῦ ἀνοιξιάτικου κήπου. Ἦταν πολύ προβληματισμένος. Ποιό φῶς ἦταν ἄραγε καλύτερο; Τό ἡλιακό ἤ τό λιγοστό φῶς τῶν σπίρτων πού τοῦ ἀποκάλυψε ἕναν ξεχασμένο κόσμο;

Εἶχε καταϊδρώσει. Πεινοῦσε. Ἄνοιξε τό ψυγεῖο κι ἔφαγε ὅ,τι πρόχειρο βρῆκε. Ὅμως ἡ ἐπαναφορά του ἀπό τόν κόσμο τῆς καταπακτῆς στόν κόσμο τῆς καθημερινῆς ζωῆς δέν ἦταν εὔκολη ὑπόθεση. Ἤθελε νά ξαπλώσει. Νά ἐπανακτήσει τίς δυνάμεις του. Μπῆκε στό ὑπνοδωμάτιο, ἀλλά δέν ἄναψε τόν ἠλεκτρικό λαμπτῆρα. Ξάπλωσε γιά λίγο καί καθώς γύρισε τό κεφάλι του στό πουπουλένιο μαξιλάρι τό βλέμμα του ἀντίκρυσε τό ἱλαρό φῶς τοῦ καντηλιοῦ πού φώτιζε τήν γλυκιά μορφή τοῦ Χριστοῦ στό κόνισμα.

Ξαφνικά θυμήθηκε τά λόγια πού ψέλνει ὁ ἱερέας στήν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, καθώς βγαίνει καί εὐλογεῖ σταυροειδῶς μέ τό φῶς τοῦ κεριοῦ τούς πιστούς: «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι». Αὐτή ἡ σκέψη τοῦ προκάλεσε μιά ἀνέκφραστη γαλήνη. Πῆρε ἕνα κερί, τό ἄναψε καί μέ τρεμάμενα χέρια ἐπιχείρησε νά ξανακατέβει στήν καταπακτή. Κατέβαινε μέ ἀργά καί σταθερά βήματα τήν ἐσωτερική κλίμακα. Δέν φοβόταν πλέον μήπως τοῦ τελειώσουν τά σπίρτα. Ἦταν ἀποφασισμένος νά διερευνήσει ἐπιμελῶς τήν καταπακτή. Ἤθελε νά τά μάθει ὅλα μέχρι καί τήν παραμικρή λεπτομέρεια. Δέν φοβόταν, ὅπως πρίν, νά ἀναμετρηθεῖ μέ τήν ἀλήθεια. Ἦταν σίγουρος ὅτι θά τά κατάφερνε. Τοῦ ἐρχόταν διαρκῶς στό νοῦ ἡ φράση: «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι».

Ἡ μνήμη ἔπρεπε τώρα νά εἶναι διαυγής καί ἀμείλικτη. Οἱ ἐσωτερικές του ἐκσκαφές δέν μποροῦσαν νά περιμένουν πλέον. Ἀρκετά ἄφησε νά περάσει ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς του στήν ἀδράνεια. Ἠ δυσοσμία πού ἀνέδιδαν τά ὑλικά τῆς ἐκσκαφῆς δέν τόν πτοοῦσαν πλέον. Σκέφτηκε τά λάθη του, τίς παραλείψεις του, τά λόγια πού κάποτε ἐκστόμισε καί πλήγωσαν, τήν ἀπρεπῆ συμπεριφορά του σέ ὁρισμένες κραυγαλέες περιπτώσεις, τήν ἀνεπίτρεπτη σιωπή του σέ ἄλλες. Στό νοῦ του ἔρχονταν σάν φαντάσματα ἀνθρωποι πού ἀδίκησε. Ἔνιωθε μέσα του τό βάρος τῆς ἐνοχῆς δυσβάστακτο. Ἄρχισε νά καταρρέει σάν τά παλιά ἐγκαταλελειμμένα σπίτια στόν παραμικρό σεισμό. Σεισμός! Αὐτό ἦταν πού τοῦ συνέβαινε. Ἔνας ἐσωτερικός συνειδησιακός σεισμός.

Κάποτε κάποτε ἔρχεται ἡ ὥρα τῶν μεγάλων ἀποφάσεων, σκέφτηκε. Ἡ ἑπομένη τόν βρῆκε μέ παγιωμένη τήν ἀπόφασή του. Θά πήγαινε στό ἐξομολογητήριο τοῦ παπα- Φώτη. Δέν φοβόταν πλέον τήν ἐσωτερική του καταπακτή οὔτε ὅσα ἔκρυβε μέσα της. Θά φωτίζονταν πλέον ὅλα ἀπό τό φῶς τοῦ Χριστοῦ. «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι» ἀναλογιζόταν κι ἐπιτάχυνε τό βηματισμό του…

 

 

῾Υ. Γ. Ἀφορμή καί ἔμπνευση γιά τό παραπάνω διήγημα πήραμε ἀπό τό ποίημα τοῦ Τίτου Πατρίκιου: ΚΑΤΑΠΑΚΤΗ (ἀπό τήν ποιητική συλλογή «ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ», ἐκδ. Γνώση, σελ. 28, Ἀθήνα, 1981).

 

Synodoiporia.gr